Ίων Δραγούμης, Τα «κρυμμένα» ημερολόγια (Οκτώβριος 1912-Αύγουστος 1913) - Εισαγωγή, επιμέλεια, σχόλια: Νώντας Τσίγκας. Πρόλογος: Μάρκος Φ. Δραγούμης.


του κ. Σπύρου Κουτρούλη από την εφημερίδα Ρήξη Νοεμβρίου, φ. 173

Ένα από τα σημαντικότερα εκδοτικά γεγονότα της φετινής χρονιάς είναι η έκδοση του αδημοσίευτου ημερολόγιου του Ίωνα Δραγούμη του έτους 1912-1913. Σημαντική είναι η συμβολή του συγγραφέα Νώντα Τσίγκα όχι μόνο στην επιμέλεια της έκδοσης, αλλά και στην τεκμηριωμένη εισαγωγή, στα εκτενέστατα σχόλια και στην άρτια βιβλιογραφία. Μάλιστα, δεν είναι διόλου υπερβολή να πούμε ότι η εισαγωγή και τα σχόλια, καρπός πολύμοχθης και πολύχρονης προσπάθειας, αποτελούν από μόνα τους ένα άλλο ξεχωριστό βιβλίο που μας προσγειώνει στην εποχή της μεγάλης ελληνικής εξόρμησης. Χάρη σε αυτά, ο αναγνώστης μπορεί να σχηματίσει μια σαφή και έγκυρη εικόνα για την εξέλιξη της προσωπικότητας και του έργου του Ί. Δραγούμη μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο.

Ο Δραγούμης μας δίνει ορισμένες έξοχες σελίδες που αποτελούν δείγμα του εσωτερικού διαλόγου, της διερεύνησης του εσωτερικού του Εγώ. Γράφει με ειλικρίνεια για τον έρωτά του εκείνης της εποχής, τη Μ. Κοτοπούλη. Χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητας του, είναι ότι, δεν είναι στατική, δεν είναι δογματική, αλλά αλλάζει μέσα από τη συρροή νέων γεγονότων, των νέων αναγνώσεων και των νέων προβληματισμών του. Περιγράφει γλαφυρά τη συμμετοχή του στις μάχες του ελληνικού στρατού για την απελευθέρωση της Μακεδονίας αλλά και την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, με επικεφαλής τον Ταχσίν Πασά. Ο ίδιος  συμμετείχε ως έφεδρος δεκανέας στην ελληνική αντιπροσωπεία και ήταν σύμβουλος επί πολιτικών θεμάτων του αρχιστρατήγου-διαδόχου, μαζί με τους ανώτερους αξιωματικούς του Γενικού Επιτελείου, ταγματάρχη Β. Δούσμανη και λοχαγό Ι. Μεταξά.

Οι διαφωνίες που έχει με τη βενιζελική πολιτική της τμηματικής απελευθέρωσης εδαφών απηχούν τις ανησυχίες του ότι τα πιθανά ανταλλάγματα προς τη Βουλγαρία θα μετατραπούν σε μόνιμες απώλειες για την Ελλάδα. Για αυτό χαίρεται ιδιαίτερα με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης -είναι αυτός που θα σηκώσει την ελληνική σημαία στο διοικητήριο- και πρωτοστατεί σε νέους απελευθερωτικούς αγώνες, μάλιστα κατά παράβαση της ιεραρχίας, όπως όταν προέτρεψε τους κατοίκους του Καστελόριζου να κινηθούν για την απελευθέρωσή του, χωρίς την έγκριση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών.

Σε σημείωση από τη Νάουσα, στις 12 Οκτωβρίου 1912, μας δίνει μια ωραία εικόνα: «Στούς λόφους εἶχαν ἀνάψει μεγάλες φωτιές τά συντάγματα στρατοπεδευμένα, στρατιῶτες φορτωμένοι μέ ψάθες, μέ ξύλα, μέ φρύγανα, μέ κλαριά, μέ ὅ,τι ἔβρισκαν, ἐπήγαιναν σιωπηλοί ἤ φωνάζοντας κατά τό μέρος ὅπου ἦταν τό σῶμα τους. Οἱ φωτιές ἔφεγγαν πάνω στόν οὐρανό. Ὅλα ἦταν βρεμένα, χῶμα, χόρτα, ἄνθρωποι. Ποῦ θά κοιμηθοῦν οἱ κακόμοιροι οἱ ἄντρες; Καί ἡ πολιτεία κάπνιζε καί ἔφεγγε ὅλη ἀπό τίς πυρκαϊές». (σελ.85, σε όλα τα αποσπάσματα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του Ί.Δ.) Δεν μπορεί να δει την αναγκαιότητα του πολέμου, γιατί θεωρεί ότι θα βρεθούν κερδισμένα τα σλαβικά κράτη, αλλά, «Ἐμᾶς μᾶς βοηθεῖ μονάχα τό ὅτι κάνουν πόλεμο τῆς Τουρκιᾶς καί αὐτοί τήν ἴδια ὥρα μέ μᾶς». (σελ.90) Βέβαια, η εκτίμησή του ήταν λανθασμένη, διότι χωρίς την ελληνική πολεμική προσπάθεια η χώρα θα είχε περιοριστεί εδαφικώς κάτω από τη Λάρισα.

Βεβαίως, όταν αναλαμβάνει να διαπραγματευθεί από ελληνικής πλευράς την τουρκική παράδοση, τα συναισθήματά του αλλάζουν: «Ὅταν μπαίναμε στή Θεσσαλονίκη μιά συγκινημένη ἡδονή μέ γέμιζε ὅλον, τέτοια πού δέν μπορῶ νά τήν περιγράψω γιατί δέν ξέρω ἀπό τί στοιχεῖα ὁρισμένα ἀποτελεῖται. Ἴσως νά ἦταν: “Ἐμεῖς, οἱ Ἕλληνες, μέ τήν ἀξιοσύνη μας μπαίνουμε στή Θεσσαλονίκη, τήν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας, ἐνῶ δέν τό περιμέναμε νά εἴμαστε τόσο ἄξιοι”. Καί τό ἄλλο: “Μπαίνουμε νικητές στή Θεσσαλονίκη, πού τήν ἐγνώριζα ὡς τώρα, ἀπό τά πρωτητερινά μου ταξίδια, πολιτεία ὅπου μᾶς βασάνιζαν οἱ Τοῦρκοι οἱ παλιοί νικητές μας. Νικήσαμε τούς νικητές τῶν προγόνων μας”. Καί τό τρίτο: “Ἐμεῖς οἱ λίγοι πού δουλέψαμε χρόνια στή Μακεδονία ἤ γιά τή Μακεδονία, γιά νά κάνουμε το ἔθνος νά πολεμήσει γιά δαύτην καί νά τήν πάρει, νά πού εἴδαμε μέ τά ἴδια μας τά μάτια τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας μας, τήν ἐκπλήρωση τῶν πόθων μας, τό στεφάνωμα τῶν κόπων μας”». (σελ.93). Για να συμπληρώσει στον ίδιο τόνο: «Στή Μητρόπολη ἐγώ ἀνέβασα τήν Ἑλληνική σημαία» (σελ. 94). Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης τότε ήταν η ιστορική εκκλησία του Άγιου Μηνά.

Στις 12 Νοεμβρίου 1912, γυρνώντας από την Φλώρινα, μας δίνει τη ζοφερή εικόνα του πολέμου: «Γυρίζοντας μέ τό σιδηρόδρομο κατά τή Θεσσαλονίκη, βλέπαμε καραβάνια ἀπό Τούρκους καί Τούρκισσες καί Τουρκοποῦλες μέ ἄσπρες μπόλιες πού ἔφευγαν ἀπό τά καμένα τους χωριά. Ψόφια ἄλογα καί γαϊδούρια στό δρόμο, παπλώματα καί ροῦχα πεταμένα μέσ’ στίς λάσπες, ἄνθρωποι πεθαμένοι καί μελανιασμένοι, γυναῖκες καί παιδιά νεκρά. Ἀπό κούραση, ἀπό πείνα, ἀπό κρύο, ἀπό κακοπάθειες ἤ ἀπό βόλι πῆγαν αὐτοί; Ποιός τό ξέρει; Μά δέν ἦταν ζωή ἡ ζωή αὐτή πού τόσες μέρες τώρα κάνουν ἀφότου τούς ἔκαψαν τά χωριά τους» (σελ. 98). Στις 27 Νοεμβρίου 1912, γράφει: «Ἡ ἰδιοσυγκρασία τῶν πρωθυπουργῶν, ὑπουργῶν, πριγκήπων εἶναι: ὑποχωρητικότητα, ἡ δική μου ἡ ἰδιοσυγκρασία εἶναι: ἀντίσταση. Πῶς νά συμφωνήσουμε καί πῶς νά μή βαριέμαι;» (σελ.103). Το ίδιο επικριτικός συμπληρώνει: «Μοῦ μιλοῦσε ὁ Βασιλιάς μέ περίσσια λογοδιάρροια, καί ἐγώ δέν τόν λογάριαζα γιά Βασιλιά, παρά γιά ἄνθρωπο πού ζητοῦσα μαζύ του καί ζύγιαζα τό μυαλό του. Μιλοῦσε σάν παιδί» (σελ. 104).

Σε μια άλλη εγγραφή, σημειώνει ότι διαφωνεί με την πολιτική του Βενιζέλου έναντι της Τουρκίας. Προτιμά ο ελληνισμός να διεκδικήσει την ισοτιμία μέσα στην Τουρκία. Το διάστημα αυτό πίστευε σε μια τέτοια προοπτική. Όπως θα φανεί στη συνέχεια, η προσπάθεια αυτή θα ναυαγήσει εξαιτίας των εθνικιστικών επιδιώξεων που είχαν ήδη καλλιέργησει οι νεότουρκοι.

Στις 2 Δεκεμβρίου 1912, σημειώνει: «Στό Θέατρο τοῦ Ἡρώδη, ἡ ἀγαπημένη μου στέκεται και ἀπαγγέλνει Σολωμό καί τή μετάφραση τῆς Ἰφιγένειας τοῦ Γκαῖτε. Καί γώ κάθομαι στά σκαλιά τῶν θεατῶν καί ἀκούω τή ζεστή φωνή της καθαρά καθαρά, πού κάθε λόγος της ἀρθρώνεται σά διαμάντι ἤ σά μαργαριτάρι σέ περιδέραιο, και βλέπω τό μικρό καί μαῦρο της μουτράκι μέ τά μάτια πού δείχνουν τήν ἀφοσίωση τῶν λογισμῶν της σέ κεῖνα πού λέει. Βγήκαμε ἀπό τό σπιτάκι μας καί κείνη εἶναι χωρίς καπέλο, μέ τά σπιτικά της φορέματα. Εἶναι σά μυσταγωγία τ’ ἀπόγεμα ἐτοῦτο» (σελ. 113).

Αγνοώντας κάποιος τον διχασμό και τις ολέθριες συνέπειές του, και διαπιστώνοντας πως στις αρχές της δεκαετίας του ‘10 ο Ί. Δραγούμης, αλλά και η οικογένειά του, μοιράζονται κοινά οράματα με τον νεοεισερχόμενο στην πολιτική σκηνή Βενιζέλο, δεν θα είναι σε θέση να κατανοήσει τη δολοφονία του Δραγούμη από το απόσπασμα του Γύπαρη, τον Ιούλιο του 1920. Ο Ίων, δημοτικιστής, συμμετείχε στις διεργασίες της επανάστασης στο Γουδί. Η πρώτη προσπάθεια να ξεπερασθεί ο παλαιοκομματισμός από την «κυβέρνηση των Ιαπώνων» είχε επικεφαλής τον πατέρα του, Στέφανο Δραγούμη. Στις εκλογές που είχαν προηγηθεί των βαλκανικών πολέμων, ο Ίων είχε ψηφίσει τον Βενιζέλο, ενώ όλη η οικογένειά του στάθηκε δίπλα του στα πρώτα κρίσιμα πολιτικά του βήματα. Ο Ελ. Βενιζέλος μάλιστα είχε τοποθετήσει διαδοχικά τον Στέφανο Δραγούμη διοικητή Κρήτης και πρώτο διοικητή της απελευθερωμένης Μακεδονίας, τον δε Ίωνα τμηματάρχη του τμήματος των ανατολικών υποθέσεων του υπουργείου Εξωτερικών. Ο Ίων Δραγούμης πίστευε στην επαναστατική ορμή του Βενιζέλου και τιμούσε τους αγώνες του για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους. Η δολοφονία του ήταν μια από τις πιο τραγικές στιγμές του εθνικού διχασμού, για τον οποίο ο ελληνισμός επρόκειτο να πληρώσει πολύ βαρύ τίμημα.

Προδημοσίευση: https://politeianews.gr/neo-vivlio-gia-ton-iona-dragoumi-ta-krymmena-imerologia-i-krisimi-periodos-ton-valkanikon-polemon/

«Τήν ἄλλη µέρα τό πρωί ἔφυγα, πάλι µέ τό ἴδιο αὐτοκίνητο καί πήραµε τό δρόµο τῆς Βέροιας, περάσαµε ἀπό τόν κάµπο τοῦ Καϊλαριοῦ, ὅπου δεξιά καί ἀριστερά ἀπό τό δρόµο ἦταν σά σπαρµένο τό µέρος ἀπό ὀβίδες κανονιῶν Τούρκων. Ὄµορφη µέρα καί πιό ἥσυχος ἐγώ.

Μέ στενοχωροῦσε προπάντων ἡ ἰδέα πού ἄφησα τήν ἀγαπηµένη µου βαρειά λυπηµένη ἀπό τό µισεµό µου, πού πήγαινα στόν πόλεµο. Θυµούµουν πώς φεύγοντας πρωί πρωί ἀπό τό σπιτάκι της κοντά στήν Ἀκρόπολη ἄκουσα τά κλάµατά της τά πολύ σπαρακτικά καί σταµάτησα µιά στιγµή, µά ἔπειτα χωρίς νά γυρίσω πίσω προχώρησα ὡς πού δέν ἄκουα πιά τίποτα καί συλλογιζόµουν πώς µοιραῖα κάνουµε κάποτε ἐκεῖνα πού δέν τά θέλουµε.

Ἔκλαιε ἡ ψυχή µου γιά τή θλίψη τῆς ἀγαπηµένης µου καί δέν µποροῦσε νά σβυστεῖ ἀπό τό µνηµονικό µου ἡ εἰκόνα τοῦ µικροῦ µαύρου προσώπου της, πού ἦταν ἐπάνω ζωγραφισµένη µέσ’ στά δάκρυα ἡ ἀπελπισία. Τά µάτια ἐκεῖνα τά κλαµένα µ’ ἔκαιγαν ἀδιάκοπα. Σ’ ὅλο τό δρόµο, ὅπου ἔφτανα γύρευα νά βρῶ χαρτί καί µολύβι γιά νά τῆς γράφω γράµµατα καί τρόπο γιά νά τῆς τά στέλνω.

• Ἀκούγαµε τίς κανονιές πού ἔπεφταν συχνά πυκνά. Γίνουνταν µάχη στά Γιανιτσά. Φτάσαµε στό Ἐπιτελεῖο τ’ ἀπόγευµα καί ἐξακολουθοῦσε ἡ µάχη καί τή βλέπαµε καθαρότατα. Ἐµεῖς ἤµαστε στόν κάµπο ξεσκέπαστοι καί οἱ Τοῦρκοι στά Γιανιτσά καί σ’ ὅλη τή λοφοσειρά. Ἔπεφταν οἱ ὀβίδες ἤ ἔσκαναν στόν ἀέρα καί φώτιζαν, προπάντων τήν ὥρα πού ἄρχισε νά σκοτεινιάζει. Κατά τίς 6 σταµάτησε ἡ µάχη γιατί ἤτανε νύχτα.

Ἔβρεχε ψιλά ψιλά καί φυσοῦσε βορριάς. Στήσαµε τά ἀντίσκηνά µας στό σκοτάδι, φάγαµε λιγάκι. ∆ιψούσαµε πάρα πολύ καί πῆγα µέ τόν Ἀθηνογένη καί ἕνα χωροφύλακα χέστη νά φέρουµε νερό ἀπό ἕνα ποταµάκι µισή ὥρα πιό µπρός ἀπό τό µέρος πού ἤµαστε. Ὁ χωροφύλακας πού ἤρχουνταν πίσω µας, ὅλη τήν ὥρα ἤθελε νά φύγει νά γυρίσει πίσω καί µᾶς ἔλεγε «Ποῦ πᾶτε, πᾶµε πίσω» καί ἤθελε νά βρεῖ δικαιολογίες γιά νά γυρίσουµε πίσω. Τόν ἔβρισα στά γερά.

Ὁ Βενιζέλος δέ θυµᾶται. Καµιά θύµηση δέν ἔχει, ἱστορία Ἑλληνική δέν αἰσθάνεται µέσα του. Νοιώθει µονάχα ἕνα κράτος Ἑλλαδικό πού εἶναι τό κέντρο κάθε του λογισµοῦ καί πού πρέπει νά µεγαλώσει λίγο, τόσο ὅσο νά γίνει σάν τό Βέλγιο. Εἶναι ὁ τελειότερος τύπος τοῦ πολιτικοῦ αὐτῆς τῆς πολιτικῆς. Il n’ a point de reminiscences.

Καί γι’ αὐτό εἶναι εἰλικρινής στήν πολιτική του. ∆έν ξέρει τί θά πεῖ Μακεδονία καί  Ἤπειρο καί Θράκη, δέν ξέρει τή Βυζαντινή αὐτοκρατορία, δέν ξέρει τούς ἀγῶνες πού κάναµε σ’ αὐτά τά µέρη αἰῶνες τώρα πολεµώντας τούς Σλαύους. Γι’ αὐτόν αὐτά ὅλα δέν ὑπάρχουν, πῶς νά τά πονέσει λοιπόν, ἀφοῦ οὔτε κάν τά γνωρίζει; Ἡ Κρήτη –πού τήν ξέρει ὅµως αὐτήν γιατί ἀγωνίστηκε ἐκεῖ– καί µιά µικρή Ἑλλάδα, αὐτά γνωρίζει µονάχα.

Αὐτά τόν κάνουν πρωθυπουργό, αὐτά τοῦ δίνουν τή βάση ἤ τό στυλοβάτη γιά νά πατεῖ ἀπάνω καί νά ὁρίζει ἀνθρώπους, αὐτά λοιπόν τοῦ φτάνουν αὐτουνοῦ. Καί µπορεῖ νά βεβαιώνω πώς γιά τήν Κρήτη ἔκανε τόν πόλεµο κι αὐτός, µολονότι φαίνεται σά νά τόν ἔκαµε γιά νά µεγαλώσει τήν  Ἑλλάδα. Πάλε ἡ Κρήτη µᾶς παράσυρε, σάν πάντα. ∆έν ἔκανε καινούρια πολιτική ὁ Βενιζέλος.

• Στό Θέατρο τοῦ  Ἡρώδη, ἡ ἀγαπηµένη µου στέκεται καί ἀπαγγέλνει Σολωµό καί τή µετάφραση τῆς Ἰφιγένειας τοῦ Γκαῖτε. Καί γώ κάθοµαι στά σκαλιά τῶν θεατῶν καί ἀκούω τή ζεστή φωνή της καθαρά καθαρά, πού κάθε λόγος της ἀρθρώνεται σά διαµάντι ἤ σά µαργαριτάρι σέ περιδέραιο, καί βλέπω τό µικρό καί µαῦρο της µουτράκι µέ τά µάτια πού δείχνουν τήν ἀφοσίωση τῶν λογισµῶν της σέ κεῖνα πού λέει. Βγήκαµε ἀπό τό σπιτάκι µας καί κείνη εἶναι χωρίς καπέλο, µέ τά σπιτικά της φορέµατα. Εἶναι σά µυσταγωγία τ’ ἀπόγεµα ἐτοῦτο.

• Ἔγραφα ἐγώ στό γραφεῖο µας καί κείνη κάθουνταν στόν καναπέ καί κεντοῦσε. Σήκωσα µιά στιγµή τό κεφάλι καί τῆς εἶπα· «Σέ λατρεύω». Συγκινηµένη µοῦ ἀποκρίθηκε· «Πῶς µέ συγκινεῖ αὐτό». Εἶπα· «Εἶµαι εὐτυχισµένος πού δουλεύω ἐδῶ δά κοντά σου». Ἀποκρίθηκε· «Καί γώ νοµίζω πώς εἶµαι στόν παράδεισο».

• Ἔφυγα ἀπό τήν Ἀθήνα γιά τόν πόλεµο στίς 13 τοῦ Ὀχτώβρη, µέρα πού στά 1904 σκοτώθηκε ἀπό τούς Τούρκους στή Στάτιστα  ὁ Παῦλος Μελᾶς, καί στό δρόµο πού πήγαινα µοῦ ἔρχονταν ὁλοένα στό νοῦ τά λόγια τοῦτα: «∆ικαιώνεται τώρα ὁ Παῦλος Μελᾶς».

Σχόλια

"Encompass worlds but do not try to encompass me..."

Walt Whitmann

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας