Ευάγγελος Παντόπουλος: μια βιογραφία (1860-1913)

Για τη συλλογή πληροφοριών : Φιλίστωρ Ι. Β. Δ.

Ο κορυφαίος Έλληνας ηθοποιός τους 19ου αιώνα. Γεννήθηκε το 1860 στην Αθήνα. Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός του πυροβολικού και μερίμνησε ώστε ο γιος του να λάβει ολοκληρωμένη εκπαίδευση. Ο Παντόπουλος όμως είχε έμφυτη τάση προς τις Τέχνες για το λόγο αυτό διέκοψε απότομα τις σπουδές του και ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, την αγγειοπλαστική ενώ φοίτησε και στο ωδείο Αθηνών παρά τις αντιρρήσεις από την οικογένεια του. Σε ηλικία μόλις 17 ετών αποφάσισε να ανέβει στη σκηνή ξεπερνώντας τις προκαταλήψεις της εποχής και να υποδυθεί κωμικούς ρόλους με μεγάλη επιτυχία.  

Εκείνη την εποχή υπήρχαν στην Αθήνα δύο μεγάλοι θίασοι, ο θίασος των αδελφών Ταβουλάρη και ο θίασος Αλεξιάδη. Ο Παντόπουλος έγινε πολύ σύντομα περιζήτητος, καθώς ήδη είχε καταφέρει να υποδυθεί με μεγάλη επιτυχία όλους τους πολύπλοκους χαρακτήρες των κωμωδιών του Μολιέρου (αρχοντοχωριάτης, ταρτούφος, φιλάργυρος κτλ). 


 Το 1881 πρωταγωνιστεί στο έργο του Κορομηλά «Η Τύχη της Μαρούλας», στο ρόλο του Μπάρμπα – Λινάρδου. Αυτός ο ρόλος είναι ο πρώτος που διέπλασε μόνος του, και γνώρισε την αποθέωση. Για σαράντα συνεχόμενες παραστάσεις, το έργο παιζόταν στο θέατρο της Ομόνοιας, ασφυκτικά γεμάτο κόσμο. Έτσι, ο Παντόπουλος μέσα σε λίγα χρόνια καθιέρωσε το όνομα του στην πρωτοπορία του Ελληνικού θεάτρου και πολύ σύντομα δημιούργησε τον δικό του θίασο υπό την επωνυμία "Ελληνική κωμωδία". Ως θιασάρχης ο Παντόπουλος σημείωσε σταθμό στο Ελληνικό θέατρο καθώς καθιέρωσε την Ελληνική κωμωδία ως αυτόνομο θεατρικό έργο. Ως τότε η ελληνική κωμωδία περιοριζόταν σε ένα μονόπρακτο στο τέλος ενός ρομαντικού κωμειδυλλίου πέντε πράξεων. Για πρώτη φορά ο θίασος του Παντόπουλου έπαιξε αυτόνομα πεντάπρακτα έργα κωμωδίας γνωστών συγγραφέων όπως ο Άννινος, ο Δημήτρης Κορομηλάς και ο Ηλίας Καπετανάκης.

Τα έργα που έπαιξε ο Παντόπουλος τα επόμενα χρόνια ήταν εκατοντάδες. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις μεγαλύτερές του επιτυχίες:

«Ο μπαρμπα-Λινάρδος» (1890) Δημήτριος Κόκκος
«Ζητείται υπηρέτης» (1891) Μπάμπης Άννινος
«Η λύρα του γερο-Νικόλα» (1891) Δημήτριος Κόκκος
«Οικογένεια Παραδαρμένου» (1892) Μπάμπης Άννινος
«Ο καπετάν Γιακουμής» (1892) Δημήτριος Κόκκος
«Η νύφη του χωριού» (1892) Δημήτριος Κόκκος
«Ο γενικός γραμματέας» (1893) Ηλίας Καπετανάκης
«Ο γέρο-ξούρης» (1893) Νίκος Κοτσελόπουλος
«Η νύφη της κούλουρης» (1895) Ευάγγελος Παντόπουλος
«Λίγο απ' όλα» (η πρώτη επιθεώρηση)(1895) Λάμπρος Μίκιος
«Σιδηροδρομικός επιθεωρητής» (1900) του Γάλλου Μπισσόν

Ακολουθώντας τη συνηθισμένη πρακτική των ελληνικών θιάσων τότε, το χειμώνα έφευγε πάντα για περιοδεία σε πόλεις και χωριά του εξωτερικού αλλά και του εσωτερικού. Εκεί, πάντα, όντας διάσημος και αγαπητός τον περίμενε πλήθος κόσμου για να τον απολαύσει. Μέχρι και μπροστά στον σουλτάνο Αμπντούλ Xαμίτ, έπαιξε- τιμή που ελάχιστοι άλλοι ελληνικοί θίασοι είχαν. Μάλιστα, έχει καταγραφεί ότι «Η τύχη της Μαρούλας», με πρωταγωνιστή τον Παντόπουλο ήταν το μόνο έργο που ο Σουλτάνος απολάμβανε να βλέπει και γελούσε, παρόλο που δεν ήξερε τη γλώσσα. 

Νέοι χαρακτήρες καθαρά Ελληνικοί προστέθηκαν στην σκηνή όπως ο γερο-Νικόλας ο Πλακιώτης, ο Μπάρμα - Λινάρδος ο Ανδριώτης αλλά κατεξοχήν ο περίφημος υπενωματάρχης Μίχος Ζουλαχμάκης, χαρακτηριστική φιγούρα της ηθογραφίας της εποχής που συμβόλιζε τους τοπικούς τυραννίσκος της χωροφυλακής στην επαρχία. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Παντόπουλος μεσουρανούσε και η δημοτικότητα του είχε φτάσει στα ύψη. Κατάφερε για πρώτη φορά να παρουσιάσει πλήρη θεατρικά έργα με αδιάσπαστη ψυχολογική ατμόσφαιρα, πειθαρχημένο σύνολο και σκηνοθεσία με έμφαση στη λεπτομέρεια. Για πρώτη φορά ο Παντόπουλος παρουσίασε στο Ελληνικό θεατρόφιλο κοινό Αγγλικές κωμωδίες σε πέντε πράξεις με λεπτομερή προγράμματα που προσδιόριζαν επακριβώς την έναρξη και το τέλος κάθε πράξης. Ο ίδιος ενημερωνόταν λεπτομερώς για τις εξελίξεις στο Ευρωπαϊκό θέατρο μέσω του περιοδικού τύπου, ενώ προσπάθησε επίμονα να καλύψει το κενό των σπουδών του, διαβάζοντας και μελετώντας τους Αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. 

Όταν έγινε η επιστράτευση για τα σύνορα, για τη Θεσσαλία που την διεκδικούσε η Ελλάδα από την Οθωμανική αυτοκρατορία, ο Παντόπουλος παράτησε και το θέατρο αλλά και την οικογένεια που εν τω μεταξύ είχε κάνει, και πήγε εθελοντής στρατιώτης. 19 μήνες ταλαιπωρήθηκε στα σύνορα, αλλά γύρισε ευχαριστημένος έχοντας κάνει, όπως έλεγε, το πατριωτικό του καθήκον. Η εκτίμηση του λαού προς τον Παντόπουλο ήταν τόση, ώστε υποψήφιος δήμαρχος να τον εντάξει στους συνδυασμούς του, ξεπερνώντας τις προκαταλήψεις της εποχής. Πολύ σύντομα ο Παντόπουλος απέκτησε και το δικό του θέατρο ("θέατρο Παντόπουλου"), ενώ ανάμεσα στους φίλους και θαυμαστές του περιλαμβανόταν και ο Χαρίλαος Τρικούπης. Το 1904 θα συμμετάσχει στην ίδρυση του πρώτου σωματείου των Ελλήνων ηθοποιών, που τότε είχε τον τίτλο «Σύλλογος αλληλοβοηθείας Ελλήνων ηθοποιών». Πρόεδρος του συλλόγου εκλέγεται ο Νικόλαος Λάσκαρης ενώ ο Παντόπουλος εκλέγεται μέλος του διοικητικού συμβουλίου.

Από το 1900 και μετά, τα πράγματα αλλάζουν στην θεατρική Αθήνα. Η εμφάνιση της «Νέας Σκηνής» και του Βασιλικού θεάτρου, εκτός του ότι συγκέντρωσε όλους τους άξιους ηθοποιούς της εποχής, συγκέντρωσε και το ενδιαφέρον του κοινού. Ο Παντόπουλος με έναν μέτριο θίασο- εξαιρουμένου του Αιμίλιου Βεάκη, που συνεργάστηκε μαζί του στα πρώτα του βήματα- δεν κατάφερε να προσελκύσει τους Αθηναίους. Από την αρχή της σταδιοδρομίας του, ο Παντόπουλος είχε κινήσει τον φθόνο σε πολλούς λόγω της γρήγορης ηθικής και οικονομικής του ανόδου. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα τραχύς και επικριτικός απέναντι σε αυτούς που θεωρούσε ότι δεν είχαν το ταλέντο να ανέβουν στη σκηνή, είτε δεν είχαν την απαραίτητη κουλτούρα για να ανακατευτούν στα θεατρικά ως χρηματοδότες. Πολλές φορές ήρθε σε ζωηρή αντίθεση με πολλούς θεταρικούς συγγραφείς και κριτικούς θεάτρου, με αποτέλεσμα πολύ σύντομα οι εχθροί του να είναι περισσότεροι από τους φίλους του. Στις αρχές του 20ου αιώνα ξεκίνησε σταδιακά η δύση του θεατρικού άστρου του Παντόπουλου, καθώς συνεχείς αρνητικές κριτικές και κάποιες αποτυχημένες επιλογές του, ψύχραναν το θεατρόφιλο κοινό. 

Σύντομα ο Παντόπουλος χρεοκόπησε και αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα αληθινό ράκος. Επανήλθε ως ηθοποιός το 1908 στη Θεσσαλονίκη με το θίασο του Διονύση Ταβουλάρη. Από εκεί θα συνεχίσει τις εμφανίσεις του σε Καβάλα, Μυτιλήνη και Σμύρνη, όπου θα γνωρίσει και πάλι τον θρίαμβο. Από τη Σμύρνη, πήγε στη Κρήτη, στο Ηράκλειο, πέρασε εκεί τον χειμώνα, και την άνοιξη του 1909 γυρίζει στην Αθήνα. Για μερικά χρόνια και μέχρι το θάνατό του, το 1913, θα παίζει αποτραβηγμένος σε συνοικιακά θέατρα, κυρίως στον Πειραιά, αφού το μεσουράνημα της Κυβέλης και της Κοτοπούλη στην Αθήνα, δεν άφηνε χώρο για κανέναν άλλον. Πέθανε το 1913 νοσηλευόμενος στο Πολιτικό νοσοκομείο ως άπορος, ξεχασμένος και έρημος.

Πηγές

Αιμίλιος Βεάκης, λήμμα "Ευάγγελος Παντόπουλος" στην εγκυκλοπαίδια "Πυρσός"



Επίμετρον - Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος για τον Ευάγγελο Παντόπουλο

" ....ευθύς εξαρχής κατενόησα ότι είχα να κάμω με ηθοποιόν αληθή. Είδα πως ήτο κύριος της σκηνής – και τότε ακόμη, σημειώσατε, δεν ήτο ούτε θιασάρχης ούτε εκ των κυριωτέρων μελών του θιάσου – πως ήξευρε να σταθή, να ομιλήση, να χειρονομήση, ζωηροτάτην αποτελών αντίθεση, προς τα ξόανα, τα παλαιά ή τα νέα, τα ένδοξα ή άδοξα, τα οποία τον περιστοίχιζον. 

Διάπλασις χαρακτήρος αμίμητος, κωμικός χρωματισμός ανυπέρβλητος, ενότης υποκρίσεως, στιγμαί δράσεως ωραίαι, αναπαράστασις του φυσικού εντελής......αλλάζει το πρόσωπον, αλλάζει το σώμα, αλλάζει τας κινήσεις και το ήθος μεθ' εκάστης περιβολής. 

Μόνον την φωνήν του δεν ειμπορεί πάντοτε ν' αλλάζει, την ελαφρώς υπέρρινον και στερεοτύπως συρμένην. Αλλά πόσας κυμάνσεις, πόσους χρωματισμούς δεν κατώρθωσε να δώση δια της επιμονής και εις την δύσχρηστον αυτήν φωνήν, όπως και κάμψεις και στροφάς εις το σώμα του, επίσης βαρύ και δυσκίνητον...."

Σχόλια

"Encompass worlds but do not try to encompass me..."

Walt Whitmann

Όλα τα θέματα του ιστολογίου

Εμφάνιση περισσότερων