John A. Scott, Η ενότητα του Ομήρου, Κεφάλαιο ΣΤ΄ - Η εξατομίκευση Θεών και ηρώων

[Κανείς συγγραφέας πλην του Ομήρου δεν κατάφερε να δημιουργήσει χαρακτήρες οι οποίοι να είναι τόσο ανεξάρτητοι από τον δημιουργό τους. Μελετώντας τους χαρακτήρες αυτούς, αδυνατούμε να καταλήξουμε σε συμπέρασμα για τις απόψεις και την ηθική του Ομήρου. Ακόμη και ο Σαίξπηρ σε κάποια σημεία περιγράφει μια ηθική ιστορία καθώς ο κακός στις τραγωδίες του συναντά την καταστροφή. Στον Όμηρο όμως, οι δύο ευγενέστεροι ήρωες, οι Έκτωρ και Πάτροκλος, σκοτώνονται έπειτα από προδοσία των θεών. Οι θεοί απεικονίζονται συχνά σαν καρικατούρες αλλά ο Όμηρος δεν είναι θεολόγος· απλώς, χρησιμοποιεί ελεύθερα το θείο για τους ποιητικούς του σκοπούς. Όσον αφορά τους ανθρώπους, κανείς ίσως συγγραφέας δεν δημιούργησε τόσους πολλούς και τόσο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες, οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύουν τύπους ή αφηρημένες ιδέες αλλά ανθρώπινα όντα το καθένα με τη δική του ζωή και τα δικά του προβλήματα. Ο ποιητής προσδίδει συναισθήματα ακόμη και στον ανθρωποφάγο Κύκλωπα! Η ικανότητα του Ομήρου να δημιουργεί και να εξατομικεύει χαρακτήρες παρουσιάζεται λεπτομερώς μέσω της Ελένης και του Οδυσσέως, επειδή συμμετέχουν και στα δύο έπη. Πλην των εμβριθών παρατηρήσεων του Scott για την τεχνική του Ομήρου, η μελέτη κάθε χαρακτήρος φανερώνει ότι έχουν τόσα κοινά σημεία και στα δύο έπη ώστε αποτελούν έργο του ιδίου ποιητού – ούτε αυτός ο Γκαίτε δεν μπορούσε να αντιγράψει με πιστότητα τον χαρακτήρα που δημιούργησε διαφορετικός συγγραφέας. Ειδικότερα για τον Οδυσσέα, ο Scott παρατηρεί ότι ο ομηρικός ήρωας δεν σχετίζεται με τον Οδυσσέα της εξωομηρικής παραδόσεως όπου απεικονίζεται πανούργος και κακός. Αφ’ ου σημειώνει ότι οι Έλληνες δεν θεωρούσαν κακό να ακούν την ίδια μυθική ιστορία με διαφορετικό τρόπο (όπως φαίνεται από την τραγωδία) συμπεραίνει ότι ο ένας Όμηρος έπλασε τον χαρακτήρα του ήρωος όπως παρουσιάζεται στα δύο έπη].


~~~~~~~~~~

Ο Pope ξεκινά τον Πρόλογο στη μετάφρασή του της Ιλιάδος με αυτά τα λόγια: «Ο Όμηρος είναι καθολικώς αποδεκτό ότι διαθέτει τη μεγαλύτερη δημιουργική εφευρετικότητα από κάθε άλλον ποιητή». Μέρος της εφευρετικότητος αυτής αποτελεί η ικανότητά του να δημιουργεί χαρακτήρες ανεξάρτητους από τον συγγραφέα, οι οποίοι μιλούν και συμπεριφέρονται σαν να είχαν δική τους βούληση, αδιαφορώντας για τη γνώμη ή τις προκαταλήψεις εκείνου ο οποίος τους δημιούργησε.
    Οι Όμηρος και Σαίξπηρ, περισσότερο από όλους τους άλλους, δημιούργησαν χαρακτήρες που μιλούν και ζουν με τόσο ανεξάρτητο τρόπο ώστε δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε λογικό συμπέρασμα σχετικώς με τα συναισθήματα των ιδίων των ποιητών. Αλλά ακόμη και στον Σαίξπηρ δεν φαίνεται να υπάρχει απόλυτη ανεξαρτησία διότι η καταστροφή που τελικώς συναντά ο κακός στις τραγωδίες του μάλλον προορίζεται να απεικονίσει μια ηθική ιστορία. Στο μεγάλο έργο του Θερβάντες μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και η ιστορία που παραθέτει για τη νεαρή μουσουλμάνα παρθένα η οποία εγκατέλειψε τον ευγενικό και στοργικό πατέρα της επειδή αλλαξοπίστησε [μέρος Α΄, κεφ. 41], φανερώνει μια σχεδόν απεριόριστα αδιάλλακτη αντιμετώπιση αυτής της πίστεως. Οι περισσότεροι εκδότες του Θερβάντες ανασυνέθεσαν τη βιογραφία του από ενδείξεις που βρίσκονται στα ίδια τα έργα του. Αυτό αληθεύει επίσης και για τον Δάντη, τα έργα του οποίου αποκαλύπτουν τι μισεί, τι αγαπά και τι ελπίζει[1], ώστε επίσης τα γραπτά του αποτελούν τις καλλίτερες πηγές για τη βιογραφία του. Ο Bunyan διέθετε την ικανότητα να εξατομικεύει χαρακτήρες αλλά όλοι τους αποκαλύπτουν τις πεποιθήσεις του Bunyan όπως στον Βύρωνα ο υποκριτής πάντα αντηχεί της ιδέες του Βύρωνος και δεν ανεξαρτητοποιείται ποτέ. Αντιθέτως, ο Όμηρος εξατομικεύει τους χαρακτήρες του σε τέτοιο βαθμό ώστε κινούνται και ζουν στην ποίησή του σαν ανεξάρτητα όντα, τα οποία μιλούν για τις δικές τους σκέψεις – όχι γι’ αυτές του Ομήρου – και πραγματοποιούν τις δικές τους πράξεις. Δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο ο θεός συμπεριφέρεται στον άνθρωπο, ούτε να καταδείξει ότι η δικαιοσύνη καταλήγει στην ευτυχία και η αμαρτία στη δυστυχία και στη ντροπή.

    Οι δύο ευγενέστεροι χαρακτήρες της Ιλιάδος συναντούν τον θάνατο αμέσως ή εμμέσως από την προδοσία ή τη σκληρότητα των θεών. Ο Φοίβος Απόλλων, κρυμμένος σε ένα σύννεφο, στάθηκε πίσω από τον Πάτροκλο και, χτυπώντας τον, τον άφησε αβοήθητο ενώ ο εχθρός του βρισκόταν δίπλα [Π 788-792]. Η Παλλάς Αθηνά εμφανίστηκε στον Έκτορα με τη μορφή του αδελφού του, τον έπεισε να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του διαβεβαιώνοντας ότι θα τον βοηθούσε αλλά έπειτα, σαν απλή απατεώνας, ύπουλα βοήθησε τον Αχιλλέα [Χ 226-247]· δεν έδειξε έλεος στον ευγενικό πολεμιστή που μόλις είχε εξαπατήσει προκειμένου να τον καταστρέψει. Έτσι πεθαίνουν οι Πάτροκλος και Έκτωρ ενώ ο Πάρις επιβιώνει. Όταν η ιστορία της Ιλιάδος ολοκληρώνεται, εξακολουθεί να διατηρεί στην κατοχή του την Ελένη χωρίς τύψεις και μάλλον ευτυχής που ξεφορτώθηκε τον ενάρετο αδελφό του ο οποίος τον υποβίβαζε και με την ευγένεια και με τον λόγο του. Ο Αχιλλεύς την ανδρεία του αντήλλαξε με αθλιότητα και όχι μακαριότητα, θρηνώντας στον Άδη την απερίσκεπτη επιλογή να επιλέξει τον σύντομο αλλά ένδοξο βίο αντί του μακρύ αλλά αδόξου βίου [λ 489-491]. Για τους λόγους αυτούς δεν μπορώ να αποδεχθώ την άποψη του J. Denton Snider στο πραγματικά χρήσιμο βιβλίο του (Homers Iliad, σελ. 497): «Παρατηρούμε μια προσπάθεια από την πλευρά του ποιητού να εισάγει την ιδέα και τους μηχανισμούς της θείας πρόνοιας στις ανθρώπινες υποθέσεις» ή την παρατήρηση του Wood[2]: «Ο σημαντικότερος σκοπός του Ομήρου ήταν να κάνει την ανθρωπότητα, και κυρίως τους συμπατριώτες του, σοφότερους και καλλίτερους». Παρόμοιες απόψεις διαπερνούν και φθείρουν τις ομηρικές μελέτες του Γλάδστωνος. Οι θεοί που απεικονίζει ο Όμηρος δεν είναι οι θεοί τους οποίους λάτρευε. Αποτελούν ποιητικά δημιουργήματα τα οποία ο Όμηρος προσάρμοσε στις δικές του ανάγκες χωρίς φόβο και, ξεκάθαρα, χωρίς ευλάβεια.

    Τα κάτωθι παραδείγματα αρκούν προκειμένου να καταδείξουν ότι ο ποιητής της Ιλιάδος δεν προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα αίσθημα σεβασμού ή ευλάβειας για τα θεία όντα. Όποιος Έλληνας ή Τρώας τραυματιζόταν ή σκοτωνόταν στη μάχη, δεν διαμαρτυρόταν ποτέ. Ο Πάτροκλος ξεψύχησε προειδοποιώντας τον Έκτορα ότι δεν πρέπει να καυχάται διότι οι ημέρες του ήταν μετρημένες και γρήγορα θα πεθάνει στα χέρια του Αχιλλέως [Π 851-854]. Όταν ο Έκτωρ συναντά την τύχη του, επίσης ειρωνεύεται τον Αχιλλέα με τον θάνατο που τον περιμένει [Χ 359-360]. Δύο θεοί τραυματίστηκαν στη διήγηση της Ιλιάδος, η Αφροδίτη και ο Άρης. Όταν η Αφροδίτη τραυματίστηκε ελαφρά στον καρπό, φεύγει από τη μάχη «δυνατά φωνάζοντας», «μέγα ἰαχούσα», πηγαίνει στον Άρη, του διηγείται τα απαίσια δεινά της, «λίην ἄχθομαι ἕλκος», ανεβαίνει στο άρμα του με τεράστιο άγχος, «ἀκηχεμένη»[3], σπεύδει στον Όλυμπο, πέφτει στην αγκαλιά της μητέρας της και της διηγείται την αξιοθρήνητη ιστορία της. Η μητέρα της προσπαθεί να την παρηγορήσει λέγοντάς της μια ιστορία για τα δεινά που θεοί δοκίμασαν στα χέρια των θνητών, ότι ακόμη και ο Άρης κλείστηκε σε χάλκινο πιθάρι στο οποίο παρέμεινε για δεκατρείς ολόκληρους μήνες. Ο ίδιος ο Άρης, ο θεός των μαχών, παρουσιάζεται στο πεδίο της μάχης και τραυματίζεται από έναν θνητό πολεμιστή, τον Διομήδη. Μούγκριζε, «ἔβραχε» [Ε 859], τόσο δυνατά όσο εννέα ή δέκα χιλιάδες άνδρες φωνάζουν στη μάχη και έσπευσε στον Όλυμπο όπου διηγήθηκε τη συμφορά του στον Δία πατέρα, ο οποίος δεν τον λυπήθηκε αλλά αντιθέτως δριμύτατα τον επέπληξε. Νωρίς στην τετάρτη ραψωδία ο Ζευς φαινόταν ανυπόμονος να τερματίσει αμέσως τον πόλεμο ώστε η Τροία να σωθεί, η Ελένη να επιστρέψει στην οικία της και να επακολουθήσει μια γενική συμφιλίωση [Δ 14-19]. Σε αυτή τη δίκαιη πρόταση η Ήρα απήντησε, δριμύτατα ορισμένη, ότι η Τροία οφείλει να καταστραφεί και ο Ζευς δεν πρέπει να επιτρέψει στην ευσέβεια του Πριάμου και του λαού του να εμποδίσουν τον σκοπό της. Γιατί, αν ο Ζευς παραδώσει στην εκδικητική της οργή έναν δίκαιο λαό τον οποίο αγαπά, η ίδια, με τη σειρά της, θα του παραδώσει τις πόλεις που αυτή αγαπά περισσότερο, το Άργος, τη Σπάρτη και τις Μυκήνες – μια προσφορά, η βιαιότητα της οποίας δεν ξεπεράστηκε ποτέ στη γη, αλλά τη συναγωνίζονται οι Αντώνιος, Αύγουστος και Λέπιδος όταν παρέδωσαν τους φίλους τους να δολοφονηθούν με αντάλλαγμα το προνόμιο να σκοτώσουν τους εχθρούς τους.

    Αυτή η περιφρονητική απεικόνιση των θεών είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη την ομηρική ποίηση. Στην πρώτη ραψωδία της Ιλιάδος ο Ζευς απεικονίζεται σαν νταής στο ίδιο του το σπίτι, ο οποίος εκσφενδόνισε τον γιό του από την κορυφή του Ολύμπου επειδή προσπάθησε να προστατεύσει τη μητέρα του από την άγρια επίθεση του πατέρα του [Α 586-594]. Στη Β ο Ζευς εξαπατά τον Αγαμέμνονα με ένα παραπλανητικό όνειρο. Στη Γ η Αφροδίτη εμφανίζεται στην Ελένη σαν η περισσότερο πεζή και άσπλαχνη θεά. Στη Δ η Αθηνά παρακινεί τον Πάνδαρο να παραβεί τους όρκους ενώ αργότερα βοηθά στον θάνατό του για μια αδικία της οποίας η ίδια υπήρξε η αιτία. Στην Ε οι Αφροδίτη και Άρης διαδραματίζουν τους πλέον ποταπούς ρόλους. Στην Ξ ο Ζευς επιτρέπει στον εαυτό του να απομακρυνθεί του σκοπού του εξ αιτίας των σαρκικών επιθυμιών του και όταν στην Υ οι θεοί συναντιούνται προκειμένου να πολεμήσουν, ο αγώνας τους αποτελεί παρωδία κατώτερη της αξιοπρέπειας των χειροτέρων πολεμιστών του ποιήματος. Στην Οδύσσεια επίσης, οι περιπλανήσεις του ήρωος οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην οργή του Ποσειδώνος η οποία προκλήθηκε επειδή ο Οδυσσεύς τόλμησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του από τον ανθρωποφάγο γιο του θεού, η Αθήνα ήταν πάντα έτοιμη να πει ψέματα ή να εξαπατήσει ενώ οι Άρης και Αφροδίτη παρουσιάζονται ως μοιχοί σε αυτό το ποίημα [θ 266-366] όπως παρουσιάζονταν ως άδοξοι στην Ιλιάδα.

    Και στα δύο ποιήματα, οι θεοί μπορούν να λάβουν όποια μορφή επιθυμούν. Μπορούν να πάρουν όχι μόνον τη μορφή ανθρώπων αλλά και ζώων. Ωραίο παράδειγμα της πρακτικής αυτής αποτελεί η Αθηνά. Δύο φορές μεταμορφώνεται σε κήρυκα, στην Β 280 όταν βοηθά να σιωπήσουν οι Έλληνες και στην θ 8 όταν βοηθά τον Αλκίνοο να συγκεντρώσει τον λαό προκειμένου να καλωσορίσουν τον ξένο. Ομοίως στην η 20, με τη μορφή κόρης η οποία κουβαλά μια στάμνα, συναντά τον Οδυσσέα και τον κατευθύνει προς το ανάκτορο του Αλκινόου. Στην Η 59, λαμβάνοντας τη μορφή γερακιού, κάθεται σε ένα δένδρο προκειμένου να παρακολουθήσει τη μονομαχία μεταξύ Έκτορος και Αίαντος. Στην χ 240 παρατηρεί τη σφαγή των μνηστήρων όπως κάθεται, έχοντας τη μορφή χελιδονιού, σε μια δοκό της αιθούσης. Η αντίληψη για τους θεούς και στα δύο ποιήματα είναι παντού η ίδια, με την εξαίρεση ότι τη στιγμή της μάχης οι θεοί πάντα μοιάζουν περισσότερο σκληροί. Οι ομηρικοί θεοί δεν αποτελούν ανώτερα όντα τα οποία επιβραβεύουν την αρετή των άλλων ή την ασκούν τα ίδια. Μόνον περιστασιακώς φανερώνουν μεγαλείο ενώ σπανίως αξίζουν την ευλάβεια ή τον σεβασμό.

    Μπορούμε με έναν γενικό τρόπο να συνθέσουμε την ομηρική μυθολογία αλλά δεν διαθέτουμε υλικό προκειμένου να κατανοήσουμε το θρησκευτικό στοιχείο στον Όμηρο. Αποτελεί τύχη για τον πολιτισμό μας ότι οι πρώτοι διδάσκαλοι και θεολόγοι των Εβραίων ήταν προφήτες και όχι ποιητές. Τα ανάκτορα του Ολύμπου θα αντηχούσαν με ηχηρό «ὁμηρικὸ γέλωτα» αν ο Ζευς έγραφε έναν κώδικα νόμων που θα περιλάμβανε μια φράση όπως: «τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου», αφ’ ου όλοι άριστα γνώριζαν τι είχε κάνει στον πατέρα του Κρόνο, ή τη φράση: «οὐ μοιχεύσεις» όταν όλοι ήξεραν τα πολλά ερωτικά του σκάνδαλα. Οι περισσότερες θεότητες θα καταδικάζονταν αν απαγορευόταν σε αυτές το ψεύδος, η απληστία και η κλοπή. Σε αντιδιαστολή με αυτούς τους θεούς όμως, οι ομηρικοί Έλληνες τιμούσαν τους γονείς τους και ζούσαν έναν σεμνό και έντιμο βίο.
    Κανείς δεν έχει έως σήμερα περισσότερο διεξοδικώς κατανοήσει το νόημα των ομηρικών θεών από τον Pope, ο οποίος σημειώνει αυτή τη λογική άποψη στον Πρόλογό του:

Εάν ο Όμηρος δεν ήταν ο πρώτος ο οποίος εισήγαγε τις θεότητες, όπως υποθέτει ο Ηρόδοτος [Β΄, 53], στη θρησκεία των Ελλήνων, φαίνεται να είναι ο πρώτος που τις εισήγαγε σε έναν ποιητικό μηχανισμό, ο οποίος είναι ιδιαιτέρως σημαντικός: διότι βρίσκουμε συγγραφείς οι οποίοι αισθάνονταν προσβεβλημένοι από τον τρόπο που αναπαριστούνται οι θεοί και συνεχώς κατηγορούν τον Όμηρο σαν τον βασικό υποστηρικτή του τρόπου αυτού. Αλλά οποιοσδήποτε λόγος και αν υπάρχει προκειμένου να ψέξουμε τον μηχανισμό του από φιλοσοφικής ή θρησκευτικής απόψεως, είναι τόσο τέλειοι στην ποίηση ώστε η ανθρωπότητα έκτοτε τους ακολουθεί. Κανείς δεν κατόρθωσε να υπερβεί τα όρια της ποιητικής σφαίρας που έθεσε. Κάθε προσπάθεια αυτής της φύσεως απεδείχθη ανεπιτυχής. Επίσης, μετά από όλες αυτές τις αλλαγές των εποχών και των θρησκειών, οι θεοί του εξακολουθούν να αποτελούν έως σήμερα τους θεούς της ποιήσεως.

Σε αυτές τις λίγες λέξεις ο Pope ανέφερε ό,τι χρειάζεται να αναφερθεί για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ομήρου. Ο Όμηρος απεικόνιζε τις μορφές των θεών του με το χέρι του ποιητού και ως ποιητικά πορτρέτα παραμένουν ο κανόνας και ο φθόνος των ποιητών. Θα είχαμε παρεξηγήσει και υποτιμήσει την ευφυΐα του ποιητού αν τον προσεγγίζαμε σαν δάσκαλο της ηθικής ή της θρησκείας. Ο Όμηρος, παρά τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστά τους θεούς, ίσως ήταν ένας πιστός άνθρωπος. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι, στις εποχές όπου η πίστη στο θείο θεωρείται αδιαμφισβήτητη, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι πιο εύκολο να αναπαραχθούν σαν καρικατούρες· γι’ αυτό, όσοι ταξιδιώτες επισκέπτονται εκκλησίες που ανεγέρθηκαν στην αρχή του Μεσαίωνος, συχνά εκπλήσσονται από τις σαν γελοιογραφίες αναπαραστάσεις των βιβλικών ιστοριών.
    Αφ’ ου ασχοληθήκαμε με τους θεούς του Ομήρου, επιστρέφουμε στους ανθρώπους του. Ξανά ο Pope παραθέτει μόνον τα αναγκαία λόγια:

Φθάνουμε τώρα στους χαρακτήρες των ανθρώπων: και εδώ θα βρούμε ότι κανείς συγγραφέας δεν αναπαρέστησε τόσους πολλούς, με τόση φανερή και τόση εκπληκτική ποικιλία, ούτε μας προσέφερε τόσο ζωντανές και συγκινητικές εντυπώσεις από αυτούς. Κάθε ένας διαθέτει κάτι τόσο μοναδικά δικό του ώστε κανείς ζωγράφος [ο οποίος θα προσπαθούσε να τους απεικονίσει] δεν θα μπορούσε να τους ξεχωρίσει περισσότερο από τα χαρακτηριστικά [του προσώπου] τους απ’ ό,τι ο ποιητής καταφέρνει από τη συμπεριφορά τους.

Πιθανώς κανείς ποιητής δεν δημιούργησε τόσους πολλούς εκπληκτικούς χαρακτήρες ανδρών και γυναικών οι οποίοι πέρασαν στην καθημερινή γλώσσα όλου του κόσμου. Ελένη, Εκάβη, Ανδρομάχη, Πηνελόπη, κάθε μια απ’ αυτές αντιπροσωπεύει διαφορετική όψη της οικιακής καθημερινότητος. Αίας, Νέστωρ, Αχιλλεύς, Πάτροκλος, Οδυσσεύς, Διομήδης, Αντίλοχος, Έκτωρ, υπήρξαν όλοι πολεμιστές αλλά καθένας αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό και προσωπικό, κάτι που δεν εκπροσωπείται από τους υπολοίπους. Οι χαρακτήρες αυτοί δεν αντιπροσωπεύουν τύπους ή αφηρημένες ιδέες αλλά ανθρώπινα όντα το καθένα με τη δική του ζωή και τα δικά του προβλήματα. Ο Νέστωρ δεν αποτελεί την προσωποποίηση της σοφίας που αποκτάται έπειτα από μακρά εμπειρία ούτε ο Αίας την ενσάρκωση της ωμής βίας. Είναι όλοι άνθρωποι δείχνοντας τις αδυναμίες αλλά και τις αρετές των ανθρώπων.
    Οι συγγραφείς των υπολοίπων ελληνικών επών τα οποία διασώθηκαν, όπως οι Κόιντος και Απολλώνιος, φαίνονται ανίκανοι να παρουσιάσουν χαρακτήρες αληθινούς οι οποίοι να ξεχωρίζουν μεταξύ τους ενώ ιδιαιτέρως ο Βιργίλιος απέτυχε στο να δημιουργήσει χαρακτήρες που να έχουν ζωή. Ο «ευσεβής» Αινείας[4] δεν θεωρείται σαν τον τύπο της αρετής την οποία ο ποιητής επιθυμούσε να αντιπροσωπεύσει και πολλοί αναγνώστες αισθάνονται μια μορφή περιφρονήσεως για τον ήρωα της «Αινειάδος»[5]. Όλοι οι χαρακτήρες του Milton αποτυγχάνουν να μας εντυπωσιάσουν, πλην ίσως του ιδίου του Σατανά. Οπωσδήποτε ο Milton δεν θα αισθανόταν κολακευμένος αν γνώριζε ότι στο μεγάλο του ποίημα, γραμμένο προκειμένου να: «δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του Θεού στον άνθρωπο», ο χαρακτήρας του Σατανά θα θεωρούταν ως η μεγαλύτερή του επιτυχία. Αυτή η ικανότητα εξατομικεύσεως των χαρακτήρων βρίσκεται σε ολόκληρο τον Όμηρο και φαίνεται σε όλους τους ήρωές του. Δεν τα κατάφερε ούτε μια κεραία καλλίτερα με τον Αχιλλέα και τον Έκτορα απ’ ό,τι με τον Εύμαιο τον χοιροβοσκό, τη Ναυσικά, τους Κύκλωπες ή ακόμη και με τον σκύλο, τον Άργο. Καθένας τους αποτελεί ξεχωριστή δημιουργία η οποία είναι τόσο αντάξια του ποιητού όσο και οι υπόλοιπες.
    Αν έπρεπε να επιλέξω μόνον μια σύντομη σκηνή που καταδεικνύει, όσο μπορεί βέβαια μια μόνη σκηνή να καταδείξει, το μέτρο της μεγαλοσύνης του ποιητού στη σκιαγράφηση ενός συμπαθητικού χαρακτήρος, αυτή η σκηνή θα ήταν οι λίγοι στίχοι στους οποίους ο τυφλός και αμήχανος Κύκλωπας αγγίζει το κριάρι, το οποίο μεταφέρει στη σωτηρία τον άνδρα ο οποίος τον τύφλωσε, λέγοντας [ι 447-453]:

κριὲ πέπον, τί μοι ὧδε διὰ σπέος ἔσσυο μήλων
ὕστατος;
 οὔ τι πάρος γε λελειμμένος ἔρχεαι οἰῶν,
ἀλλὰ
 πολὺ πρῶτος νέμεαι τέρεν᾽ ἄνθεα ποίης
μακρὰ
 βιβάς, πρῶτος δὲ ῥοὰς ποταμῶν ἀφικάνεις,
πρῶτος
 δὲ σταθμόνδε λιλαίεαι ἀπονέεσθαι
ἑσπέριος·
 νῦν αὖτε πανύστατος.  σύ γ᾽ ἄνακτος
ὀφθαλμὸν
 ποθέεις…[6]

Ο Όμηρος δεν μπορούσε να πλάσει ή να παρουσιάσει αυτό το τέρας χωρίς να δημιουργήσει μέσα του αυτό το συναίσθημα που τον έκανε να λαχταρά μια συντροφιά και να αισθάνεται ότι θα βρει συμπόνια στη ράχη του κριαριού του. Πόσο ευγενική είναι η καρδιά του ποιητού η οποία μπορεί να δημιουργήσει το αίσθημα του οίκτου για αυτόν τον κανίβαλο Κύκλωπα; Πόσο συμπονετικός είναι ο ποιητής που έχει επίσης αισθήματα για τον έρημο, γέρικο και παραμελημένο σκύλο [ρ 300-327] ο οποίος ποθούσε το αφεντικό του επί είκοσι χρόνια όταν τον βλέπει επί τέλος να επιστρέφει σπίτι, παρά μόνον για να πεθάνει από τη σπασμένη του καρδιά – σπασμένη από χαρά!
    Άλλοι ίσως πιστεύουν ότι η καλλίτερη, σαν κόσμημα, περιγραφή στον Όμηρο βρίσκεται στα λόγια του θρήνου της Βρισηίδος πάνω από το νεκρό σώμα του Πατρόκλου και στο σοφό σχόλιο του ποιητού [Τ 301-302]:

ὣς ἔφατο κλαίουσ᾽, ἐπὶ δὲ στενάχοντο γυναῖκες
Πάτροκλον
 πρόφασιν, σφῶν δ᾽ αὐτῶν κήδε᾽ ἑκάστη[7].

Δεν υπάρχει κανείς που να μην έχει παρατηρήσει στις κηδείες ότι αυτοί που θρηνούν γοερότερα θρηνούν για τον νεκρό που έχουν στη δική τους ζωή, υπομένοντας το χειρότερο πένθος. Μια μεγαλοπρεπής απόδειξη της μεγαλοφυΐας του Ομήρου έγκειται σε αυτό, ότι δεν προσπαθεί να εξοικονομήσει τις σπουδαίες ιδέες του για τους χαρακτήρες και τις μεγάλες περιστάσεις τις οποίες περιγράφει γιατί, όπως ο άνθρωπος που τραβά νερό από τον ωκεανό, δεν φοβάται ότι θα εξαντληθούν, επομένως δεν χρειάζεται να τσιγκουνεύεται.
    Η δύναμη του Ομήρου να δημιουργεί και να εξατομικεύει χαρακτήρες θα αναλυθεί λεπτομερώς βάσει δύο προσώπων τα οποία επελέγησαν επειδή παρουσιάζονται και στα δυο ποιήματα, την Ελένη και τον Οδυσσέα.
    Όταν ο Όμηρος εισάγει την Ελένη στην Ιλιάδα, πρέπει να παρουσιαστεί τόσο υπέροχη και τόσο όμορφη ώστε να φαίνεται ότι αξίζει ο κόπος ενός έθνους να πολεμήσει ένα πολυετή πόλεμο για χάρη της· αυτή πρέπει να είναι η ετυμηγορία όλων. Αυτό όμως είναι δύσκολο επειδή υπάρχουν πολλές απόψεις για την ομορφιά. Κάποιος θαυμάζει την ξανθή, άλλος τη μελαχρινή, ο τρίτος την παχουλή, ο επόμενος την αδύνατη ώστε, όποιο πρότυπο ομορφιάς και αν επαινέσεις, πρέπει να περιμένεις ότι θα υπάρχει και αντίθετη άποψη. Μια δεύτερη δυσκολία που αντιμετωπίζει ο ποιητής βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ελένη πρόδωσε έναν άψογο σύζυγο και για πολύ καιρό ζει ως μοιχαλίδα. Ο Όμηρος υπερνικά όλες τις δυσκολίες αυτές διότι δεν προσπαθεί να την περιγράψει, αφήνοντας τον ακροατή να εκτιμήσει την ομορφιά της από την εντύπωση που προκαλεί στους άλλους. Η Ελένη δουλεύει ακατάπαυστα με τη βελόνα της όταν πληροφορείται ότι οι Πάρις και Μενέλαος είναι έτοιμοι να μονομαχήσουν για χάρη της [Γ 136-138]. Σπεύδει με σεμνότητα προς τα τείχη της πόλεως, απ’ όπου μπορεί να δει το πεδίο και τον στρατό, και βρίσκει εκεί τους γέροντες της Τροίας, ανθρώπους οι οποίοι είχαν υπομείνει πολλά, ανθρώπους οι οποίοι είχαν χάσει την περιουσία και τους συγγενείς τους για αυτήν, ανθρώπους πολύ ηλικιωμένους ώστε να συγκινηθούν στη θέα μιας κοινής καλλονής. Όταν αυτοί οι βασανισμένοι άνδρες είδαν την Ελένη να έρχεται προς το μέρος τους, δεν της είπαν ούτε μια βαριά κουβέντα, καθώς έλεγαν ο ένας στον άλλον [Γ 156-158]:

οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐυκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ᾽
 ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
αἰνῶς
 ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν[8].

Ο Πρίαμος την καλεί να έρθει κοντά του [Γ 162-164]:

δεῦρο πάροιθ᾽ ἐλθοῦσα φίλον τέκος ἵζευ ἐμεῖο,
ὄφρα
 ἴδῃ πρότερόν τε πόσιν πηούς τε φίλους τε·
οὔ
 τί μοι αἰτίη ἐσσί, θεοί νύ μοι αἴτιοί εἰσιν…[9]

Ακούγοντας τα καθησυχαστικά αυτά λόγια, η Ελένη απαντά μετριόφρονα [Γ 172-180]:

αἰδοῖός τέ μοί ἐσσι φίλε ἑκυρὲ δεινός τε·
ὡς
 ὄφελεν θάνατός μοι ἁδεῖν κακὸς ὁππότε δεῦρο
υἱέϊ
 σῷ ἑπόμην θάλαμον γνωτούς τε λιποῦσα
παῖδά
 τε τηλυγέτην καὶ ὁμηλικίην ἐρατεινήν.
ἀλλὰ
 τά γ᾽ οὐκ ἐγένοντο· τὸ καὶ κλαίουσα τέτηκα.
τοῦτο
 δέ τοι ἐρέω  μ᾽ ἀνείρεαι ἠδὲ μεταλλᾷς·
οὗτός
 γ᾽ Ἀτρεΐδης εὐρὺ κρείων Ἀγαμέμνων,
ἀμφότερον
 βασιλεύς τ᾽ ἀγαθὸς κρατερός τ᾽ αἰχμητής·
δαὴρ
 αὖτ᾽ ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος, εἴ ποτ᾽ ἔην γε[10].

Αφ’ ου υπέδειξε και ονόμασε διαφόρους ηγέτες των Ελλήνων, κοιτάζει με επιμονή τον στρατό, μάταια αναζητώντας δύο άνδρες, λέγοντας [Γ 236-240]:

δοιὼ δ᾽ οὐ δύναμαι ἰδέειν κοσμήτορε λαῶν
Κάστορά
 θ᾽ ἱππόδαμον καὶ πὺξ ἀγαθὸν Πολυδεύκεα
αὐτοκασιγνήτω,
 τώ μοι μία γείνατο μήτηρ.
 οὐχ ἑσπέσθην Λακεδαίμονος ἐξ ἐρατεινῆς,
 δεύρω μὲν ἕποντο νέεσσ᾽ ἔνι ποντοπόροισι,
νῦν
 αὖτ᾽ οὐκ ἐθέλουσι μάχην καταδύμεναι ἀνδρῶν
αἴσχεα
 δειδιότες καὶ ὀνείδεα πόλλ᾽  μοί ἐστιν[11].

Τότε ο ποιητής συμπληρώνει [Γ 243-244]:

ὣς φάτο, τοὺς δ᾽ ἤδη κάτεχεν φυσίζοος αἶα
ἐν
 Λακεδαίμονι αὖθι φίλῃ ἐν πατρίδι γαίῃ[12].

Το πάθος της σκέψεώς της ότι τα άμοιρα αδέλφια της δεν τολμούν να ενωθούν με τους συντρόφους τους επειδή δεν θα άντεχαν τις διηγήσεις της ντροπής της, καθιστά δύσκολο σε κάποιον να την επικρίνει. Σε αυτή τη σύντομη εισαγωγή της Ελένης, βλέπουμε ότι δεν περνούσε τον χρόνο της μη κάνοντας τίποτε αλλά δούλευε στο σπίτι της, ότι ήταν όμορφη, τόσο όμορφη ώστε ακόμη και πολύπαθοι άνδρες δεν μπορούσαν να κατηγορήσουν όσους ξεκίνησαν έναν πόλεμο για αυτήν, ότι η ίδια ήταν βαθιά συνειδητοποιημένη για την ενοχή της, δεν επιρρίπτει την ευθύνη σε άλλους και λέει για τον αδελφό του άνδρα της, τον αρχηγό των δυνάμεων που πολεμούσαν για να τιμωρήσουν το έγκλημα το δικό της και του Πάριδος: «ἀμφότερον βασιλεύς τ’ ἀγαθὸς κρατερός τ’ αἰχμητής». Μετά από τόσο ευγενικές λέξεις σαν και αυτές, όπως οι γέροντες στα τείχη της Τροίας, δεν μπορούμε με την καρδιά μας να την επιτιμήσουμε.
    Η σκηνή αυτή δείχνει επίσης, από τις ακριβείς πληροφορίες τις οποίες η Ελένη θυμόταν για τους διαφόρους Έλληνες στρατηγούς, ότι πρόκειται για γυναίκα με πνευματική δύναμη. Η Ελένη δεν είναι η ανόητη καλλονή αλλά είναι τόσο έξυπνη όσο και όμορφη. Μετά το φιάσκο του Πάριδος στη μονομαχία με τον Μενέλαο, ήταν τόσο αηδιασμένη απ’ αυτόν ώστε θα τον είχε απορρίψει ως σύζυγο αν δεν επενέβαινε βίαια απειλώντας την η Αφροδίτη. Η άτυχη Ελένη είπε στη θεά:

κεῖσε δ᾽ ἐγὼν οὐκ εἶμι, νεμεσσητὸν δέ κεν εἴη,
κείνου
 πορσανέουσα λέχος· Τρῳαὶ δέ μ᾽ ὀπίσσω
πᾶσαι
 μωμήσονται· ἔχω δ᾽ ἄχε᾽ ἄκριτα θυμῷ[13].

Η θεά απήντησε [Γ 414-417]:

μή
 μ᾽ ἔρεθε σχετλίη, μὴ χωσαμένη σε μεθείω,
τὼς
 δέ σ᾽ ἀπεχθήρω ὡς νῦν ἔκπαγλ᾽ ἐφίλησα,
μέσσῳ
 δ᾽ ἀμφοτέρων μητίσομαι ἔχθεα λυγρά,
Τρώων
 καὶ Δαναῶν, σὺ δέ κεν κακὸν οἶτον ὄληαι[14].

Υπό τη φοβερή αυτή πίεση, η Ελένη δεν μπορεί να κατηγορηθεί επειδή υπέκυψε. Αργότερα την ίδια ημέρα, ο Έκτωρ επισκέφθηκε την οικία του Πάριδος προκειμένου να τον φιλοτιμήσει να πολεμήσει. Η Ελένη ρίχνει το φταίξιμο στον εαυτό της και σκέφτεται ότι ίσως, σε τελική ανάλυση, η ίδια και ο Πάρις ενεπλάκησαν στη φοβερή αυτή μοίρα προκειμένου να γίνει τραγούδι για τις γενεές που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί [Ζ 344-358].
    Μετά τον θάνατο του Έκτορος, όταν το σώμα του ήρθε στην οικία του, παίρνει τη θέση της δίπλα στο νεκροκρέβατο και τον θρηνεί με αυτά τα λόγια [Ω 762-768, 771-775]:

Ἕκτορ ἐμῷ θυμῷ δαέρων πολὺ φίλτατε πάντων,
 μέν μοι πόσις ἐστὶν Ἀλέξανδρος θεοειδής,
ὅς
 μ᾽ ἄγαγε Τροίηνδ᾽· ὡς πρὶν ὤφελλον ὀλέσθαι.
ἤδη
 γὰρ νῦν μοι τόδε εἰκοστὸν ἔτος ἐστὶν
ἐξ
 οὗ κεῖθεν ἔβην καὶ ἐμῆς ἀπελήλυθα πάτρης·
ἀλλ᾽
 οὔ πω σεῦ ἄκουσα κακὸν ἔπος οὐδ᾽ ἀσύφηλον·
ἀλλ᾽
 εἴ τίς με καὶ ἄλλος ἐνὶ μεγάροισιν ἐνίπτοι…
ἀλλὰ
 σὺ τὸν ἐπέεσσι παραιφάμενος κατέρυκες
σῇ
 τ᾽ ἀγανοφροσύνῃ καὶ σοῖς ἀγανοῖς ἐπέεσσι.
τὼ
 σέ θ᾽ ἅμα κλαίω καὶ ἔμ᾽ ἄμμορον ἀχνυμένη κῆρ·
οὐ
 γάρ τίς μοι ἔτ᾽ ἄλλος ἐνὶ Τροίῃ εὐρείῃ
ἤπιος
 οὐδὲ φίλος, πάντες δέ με πεφρίκασιν[15].

Η Ελένη εμφανίζεται μόνον σε τρεις ραψωδίες της Ιλιάδος και κάθε φορά η εμφάνισή της είναι σύντομη. Είναι όμορφη, γεμάτη τύψεις αλλά σκέφτεται αποκλειστικώς τον εαυτό της. Όταν δουλεύει με τη βελόνα αποτυπώνει στο κέντημά της εικόνες από εκείνες τις μάχες που δόθηκαν για χάρη της [Γ 125-128]. Ακόμη και ο σκοπός του πολέμου ήταν να τη δοξάσει σε ένα ποίημα ενώ όταν θρηνεί τον Έκτορα σκέφτεται μόνον την Ελένη.
    Περνούν δέκα έτη μέχρι να την ξανασυναντήσουμε. Όσο δύσκολο και αν ήταν για τον ποιητή να προετοιμάσει την ατμόσφαιρα για την εισαγωγή της Ελένης στην Ιλιάδα, η δυσκολία ήταν πολύ μεγαλύτερη στην Οδύσσεια. Στη δεκαετία που μεσολάβησε, είχε κάνει κάτι σαν σταδιοδρομία. Ο Πάρις σκοτώθηκε, παντρεύτηκε τον Δηίφοβο και μετά πέφτει στην αγκαλιά ή στα χέρια του εξάλλου συζύγου της ο οποίος, έπειτα από αρκετά χρόνια και πολλές περιπέτειες, την έφερε πίσω στη Σπάρτη. Μια γυναίκα με τέτοιο παρελθόν είναι δύσκολο να αποκατασταθεί ενώ – και αυτό είναι εξ ίσου σοβαρό στη σφαίρα της ομορφιάς – είναι επίσης μια δεκαετία μεγαλύτερη. Τριάντα έτη παρήλθαν από τότε που κλέφτηκε με τον Πάρι. Ο Όμηρος πρέπει να αναδημιουργήσει τη μαγεία της γοητείας της παρά τη σταδιοδρομία και παρά την ηλικία της.
    Στην Οδύσσεια παρουσιάζεται στην ακόλουθη σκηνή. Ο Τηλέμαχος και ένας φίλος του φθάνουν στην Σπάρτη αναζητώντας ειδήσεις για τον Οδυσσέα και ο Μενέλαος τους περιποιείται χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητά τους. Ενώ παρατηρούν με θαυμασμό το μεγαλείο του ανακτόρου [δ 43-44], τους λέει ότι το μεγαλείο αυτό δεν αξίζει τίποτε διότι έχει χάσει πολλούς φίλους, η απώλεια των οποίων υπήρξε πραγματικά πικρή, αλλά είναι ένας η σκέψη του οποίου, περισσότερο απ’ όλους, δεν τον αφήνει να φάει ή να κοιμηθεί. Αυτός είναι ο Οδυσσεύς, η ενθύμηση της απώλειας του οποίου γεμίζει τις ημέρες του με λύπη. Ακριβώς σε εκείνο το σημείο η Ελένη, τόσο όμορφη όσο η Άρτεμις, έρχεται στο δωμάτιο συνοδευόμενη από τις υπηρέτριές της που της κουβαλούν μαλλί και κλωστές – γιατί η Ελένη εξακολουθεί με την ίδια ενεργητικότητα να ασχολείται με τις οικιακές εργασίες όπως και στην πρώτη εμφάνισή της στην Ιλιάδα. Με σεμνότητα στρέφεται προς τον Μενέλαο προκειμένου να τον ρωτήσει για τα ονόματα των ξένων και λέει ότι ξαφνιάστηκε από την ομοιότητα που παρατηρεί μεταξύ του νέου ανδρός και του Οδυσσέως [δ 141-146]:

οὐ γάρ πώ τινά φημι ἐοικότα ὧδε ἰδέσθαι
οὔτ᾽
 ἄνδρ᾽ οὔτε γυναῖκα, σέβας μ᾽ ἔχει εἰσορόωσαν,
ὡς
 ὅδ᾽ Ὀδυσσῆος μεγαλήτορος υἷι ἔοικε,
Τηλεμάχῳ,
 τὸν ἔλειπε νέον γεγαῶτ᾽ ἐνὶ οἴκῳ
κεῖνος
 ἀνήρ, ὅτ᾽ ἐμεῖο κυνώπιδος εἵνεκ᾽ Ἀχαιοὶ
ἤλθεθ᾽
 ὑπὸ Τροίην πόλεμον θρασὺν ὁρμαίνοντες[16].

Η Ελένη είχε λίγο δει τον Οδυσσέα, και τότε υπό συνθήκες δύσκολες, όμως με μια ματιά αντιλαμβάνεται την ομοιότητα του πατρός στο πρόσωπο του υιού αλλά ο Μενέλαος ο οποίος έζησε με τον Οδυσσέα χρόνια ενώ έτρωγε και συζητούσε με τον Τηλέμαχο, δεν πρόσεξε την ομοιότητά του[17]. Έπειτα μαθαίνουν ότι πράγματι ο ένας από τους νέους είναι ο Τηλέμαχος, όποτε όλοι ξεσπούν σε κλάματα, λυπημένοι για την απουσία του Οδυσσέως. Τότε η Ελένη ρίχνει μέσα στον κρατήρα από τον οποίο έπιναν ένα αιγυπτιακό φάρμακο που προκαλούσε τη λήθη της θλίψεως. Το φάρμακο αυτό μπορεί κάλλιστα να αποτελεί ποιητική περιγραφή της γοητευτικής της παρουσίας. Έπειτα διηγείται ένα κατόρθωμα του Οδυσσέως στο οποίο τον βοήθησε να σκοτώσει πολλούς στους δρόμους της Τροίας. Ξεκινά λέγοντας [δ 236-237]:

…ἀτὰρ θεὸς ἄλλοτε ἄλλῳ
Ζεὺς
 ἀγαθόν τε κακόν τε διδοῖ· δύναται γὰρ ἅπαντα[18],

και ολοκληρώνει με αυτά τα λόγια [δ 259-264]:

…αὐτὰρ ἐμὸν κῆρ
χαῖρ᾽,
 ἐπεὶ ἤδη μοι κραδίη τέτραπτο νέεσθαι
ἂψ
 οἶκόνδ᾽, ἄτην δὲ μετέστενον, ἣν Ἀφροδίτη
δῶχ᾽,
 ὅτε μ᾽ ἤγαγε κεῖσε φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης,
παῖδά
 τ᾽ ἐμὴν νοσφισσαμένην θάλαμόν τε πόσιν τε
οὔ
 τευ δευόμενον, οὔτ᾽ ἂρ φρένας οὔτε τι εἶδος[19].

Ο Μενέλαος έγνεψε καταφατικώς αναφωνώντας [δ 266]:

ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα, γύναι, κατὰ μοῖραν ἔειπες[20].

Εκ των ανωτέρω φαίνεται ότι είχε πλήρως αποκατασταθεί στην οικία της και στη στοργή του συζύγου της. Ο Μενέλαος διηγείται στη συνέχεια μια ιστορία για την εξυπνάδα της, όταν ήρθε κάτω από τον Δούρειο Ίππο και μιμήθηκε τις φωνές των συζύγων των διαφόρων Αχαιών ενώ οι άνδρες μέσα στον Ίππο παραλίγο να καταστρέψουν το σχέδιο στη σφοδρή τους επιθυμία να της απαντήσουν.
    Στην τελευταία της εμφάνιση, η Ελένη χαρίζει έναν πέπλο στον Τηλέμαχο όταν ετοιμαζόταν να φύγει για να επιστρέψει στην Ιθάκη [ο 126]:

μνῆμ᾽ Ἑλένης χειρῶν, πολυηράτου ἐς γάμου ὥρην[21],

προφανώς έναν πέπλο που η ίδια ύφανε. Τη στιγμή που ο Τηλέμαχος είναι έτοιμος να αναχωρήσει, ένας αετός όρμισε από ψηλά και έπιασε μια εξημερωμένη χήνα από την αυλή ενώ άνδρες και γυναίκες έτρεχαν φωνάζοντας για να τη σώσουν. Ο αετός πετά με τη λεία του μακριά από τα δεξιά. Ο Μενέλαος, όταν τον ρωτούν τι μπορεί ο οιωνός αυτός να σημαίνει, σιωπά αμήχανος αλλά η Ελένη τον ερμηνεύει ως εξής [ο 172-178]:

κλῦτέ μευ· αὐτὰρ ἐγὼ μαντεύσομαι, ὡς ἐνὶ θυμῷ
ἀθάνατοι
 βάλλουσι καὶ ὡς τελέεσθαι ὀΐω.
ὡς
 ὅδε χῆν᾽ ἥρπαξ᾽ ἀτιταλλομένην ἐνὶ οἴκῳ
ἐλθὼν
 ἐξ ὄρεος, ὅθι οἱ γενεή τε τόκος τε,
ὣς
 Ὀδυσεὺς κακὰ πολλὰ παθὼν καὶ πόλλ᾽ ἐπαληθεὶς
οἴκαδε
 νοστήσει καὶ τίσεται· ἠὲ καὶ ἤδη
οἴκοι,
 ἀτὰρ μνηστῆρσι κακὸν πάντεσσι φυτεύει[22].

    Με αυτά τα λόγια η Ελένη εξαφανίζεται για να μην εμφανιστεί ή μιλήσει ξανά. Παραμένει η ίδια όπως τότε, πριν από μια γενεά, όταν κάποια θεά την περιέγραψε σε έναν Τρώα ποιμένα ως την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Σε κάθε της εμφάνιση η Ελένη είναι εργατική, εγωκεντρική, όμορφη και ιδιαιτέρως έξυπνη. Βλέπει στη στιγμή αυτό που ο Μενέλαος με δυσκολία θα έβλεπε σε μια ώρα ή δεν θα έβλεπε καθόλου. Ο Μενέλαος στην Ιλιάδα διαρκώς χρειαζόταν τη βοήθεια και την καθοδήγηση του ισχυροτέρου αδελφού του, του Αγαμέμνονος, και στην Οδύσσεια ξεκάθαρα αντηχεί τα συναισθήματα της συζύγου του. Είναι ένας καλός και γενναιόδωρος άρχοντας αλλά δεν είναι ούτε οξυδερκής ούτε ενδιαφέρων. Θα αποτελούσε ανεπαρκή συντροφιά για μια τόσο έξυπνη γυναίκα όπως η Ελένη. Η δύστυχη Ελένη, περιορισμένη στον οίκο του, χωρίς περιοδικά και χωρίς φωτογραφίες μόδας, θα ποθούσε κάτι διαφορετικό ώστε, από καθαρό πόθο για περιπέτεια, ακολούθησε τον Πάρι. Η απεικόνιση της Ελένης από τον Όμηρο αποτελεί ένα άψογο πορτρέτο. Παρά τις λίγες και σύντομες εμφανίσεις της, δύσκολα θα απαντήσουμε ένα ζωντανότερο και καλλίτερα καθορισμένο πορτρέτο στην παγκόσμιο λογοτεχνία. Όλοι οι ποιητές που έγραψαν μετά τον Όμηρο φάνηκαν ανίκανοι να της προσθέσουν έστω και ένα μόνιμο χαρακτηριστικό ή να μεταβάλλουν ακόμη και μια γραμμή. Η Ελένη της παγκόσμιας φαντασίας είναι η Ελένη του Ομήρου και κάθε στίχος που αναφέρεται σε αυτήν συνδυάζεται αρμονικώς προκειμένου να δημιουργήσει το άψογο αυτό πορτρέτο.

    Αν και ό,τι γνωρίζουμε για την Ελένη περιέχεται σε λίγους στίχους, ο ήρωας της Οδύσσειας εμφανίζεται συχνότερα και είναι ο καλλίτερα σκιαγραμμένος από όλους τους χαρακτήρες που υιοθέτησε ή δημιούργησε ο Όμηρος. Στην Ιλιάδα, το θέμα του ποιητού είναι ο θυμός του Αχιλλέως αλλά ο Αχιλλεύς είναι μόνον ένας, αν και ο καλλίτερος, από μια μεγάλη ομάδα σπουδαίων πολεμιστών. Οι Διομήδης, Αίας, Οδυσσεύς, Πάτροκλος όπως επίσης οι Τεύκρος, Ιδομενεύς και Νέστωρ, κερδίζουν την αθανασία όχι λόγω της σχέσεώς τους με τον ήρωα αλλά μέσα από τη δική τους αξία στο ποίημα. Ο Οδυσσεύς υπήρξε ένας από τους προεξέχοντες χαρακτήρες αυτού του προγενεστέρου ποιήματος, αναφέρεται με το όνομά του ή το όνομα του πατρός του όχι λιγότερες από εκατόν τριάντα φορές, διακρίθηκε στα συμβούλια, στις μάχες και στους αγώνες τόσο ώστε ο ποιητής της Οδύσσειας διάλεξε έναν ήρωα με τον οποίο το ακροατήριο της Ιλιάδος ήταν ήδη εξοικειωμένο. Στην Οδύσσεια κυριαρχεί σε όλες τις σκηνές, είτε είναι παρών είτε είναι απών, ενώ οι συγκεντρώσεις στον Όλυμπο [α 26 επ. και ε 3 επ.] ή στην Ιθάκη [β 9 επ.] αποκτούν νόημα μόνον επειδή αναφέρονται σε αυτόν.

    Η πρώτη αποστολή που ανατίθεται στον Οδυσσέα στην Ιλιάδα ήταν η επιστροφή της νεαρής κόρης, της Χρυσηΐδος, στον πατέρα της [Α 430 επ.] Στην εκτέλεσή της ξεδιπλώνεται η διπλωματική του ικανότητα αφ’ ου ταχύτατα επανέφερε την καλή θέληση του ιερέως χωρίς να διακυβεύσει την τιμή και την αξιοπρέπεια του βασιλέως του. Η επιδεξιότητά του σε αυτά τα ζητήματα τον κατέστησε φυσική επιλογή για τους Έλληνες όταν αργότερα έστειλαν πρεσβεία προκειμένου να κατευνάσει τον οργισμένο Αχιλλέα [Ι 167-170, 179-181, 225-306]. Ο απόλυτος έλεγχος του εαυτού και της γλώσσης του φαίνεται επανειλημμένως στην Οδύσσεια, ιδιαιτέρως στα λόγια του προς τη Ναυσικά όταν βρέθηκε γυμνός ναυαγός στη γη των Φαιάκων. Κανείς δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο ευπαρουσίαστος από τον Οδυσσέα όταν πρωτοσυνάντησε τα μάτια της παρθένου, μίλησε όμως σε τόσο ελκυστική και αξιοπρεπή γλώσσα [ζ 148-185] ώστε την έπεισε ότι ήταν ένας ευγενής τον οποίο έπρεπε να ταΐσει, να ντύσει και να φέρει στην πόλη της. Όταν αργότερα συνάντησε τους Αλκίνοο και Αρήτη, ντυμένος με ρούχα που η ίδια η Αρήτη είχε φτιάξει και τα οποία αναγνώρισε [η 234-235], ακόμη και σε αυτήν την μάλλον αντιηρωική περίπτωση, μιλά με τέτοιο τρόπο ώστε και αυτοί επίσης πείθονται για την αξία του και υπόσχονται να τον στείλουν με ασφάλεια στην πατρίδα του [η 146 επ.]
    Ο Οδυσσεύς διαθέτει απόλυτο αυτοέλεγχο και μπορεί να σκεφθεί αμέσως ψύχραιμα σε μια κρίσιμη κατάσταση. Μετά την ανόητη ομιλία του Αγαμέμνονος με την οποία προέτρεπε τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τον αγώνα, πιστεύοντας ότι έτσι θα τους φιλοτιμούσε να φανούν ανδρείοι, οι Έλληνες πήραν στα σοβαρά τους λόγους του και έσπευσαν με άτακτη βιασύνη στα πλοία, ανυπόμονοι να επιστρέψουν σπίτι. Όλα έμοιαζαν χαμένα και οι ηγέτες είχαν πανικοβληθεί. Αλλά ο Οδυσσεύς αμέσως διείδε τον κίνδυνο και γνώριζε πως θα τον αντιμετωπίσει. Με δραστήρια μέτρα, τα οποία αμέσως εφήρμοσε, μετέβαλλε το φρόνημά τους τόσο ριζικώς ώστε αυτοί που πριν από λίγες στιγμές σκέφτονταν μόνον πως θα φύγουν, ανυπομονούσαν πλέον για τη μάχη [Β 182-210]. Αργότερα, όταν αυτός και ο Αίας μονομαχούσαν για το έπαθλο, ψιθύρισε στον μεγαλόσωμο αντίπαλό του να προφασιστούν ότι ανταγωνίζονται και να τον αφήσει να τον ρίξει κάτω, συμβουλή που ο Αίας ανόητα ακολούθησε. Αλλά όταν ήρθε η σειρά του Οδυσσέως να πέσει δεν τήρησε την υπόσχεσή του[23]. Με την ίδια πονηριά και τον ίδιο αυτοέλεγχο σώθηκε από τη σπηλιά του Κύκλωπα, έσωσε το καράβι του από το λιμάνι των Λαιστρυγόνων όταν τα υπόλοιπα καταστράφηκαν [κ 125-132] και απέφυγε την πρόωρη αποκάλυψη όταν επέστρεψε, μεταμορφωμένος σε ζητιάνο, στην Ιθάκη. Ήταν αυτή η ίδια έμφυτη ευφυΐα που τον οδήγησε να απομακρύνει τα πτώματα των σκοτωμένων Θρακών που βρίσκονταν μπροστά από τα άλογα του Ρήσου, καθώς αυτά, ασυνήθιστα στην παρουσία πτωμάτων, θα τρομοκρατούνταν από το παράξενο θέαμα καταστρέφοντας την αποστολή τη δική του και του Διομήδους [Κ 488-493].

    Ο Οδυσσεύς δεν ήταν όπως ο Αχιλλεύς, ένας απερίσκεπτος πολεμιστής ο οποίος ριψοκινδύνευε χωρίς συγκεκριμένη αιτία. Η γενναιότητά του μετριαζόταν από τη σύνεση. Γι’ αυτό δεν επεδίωξε να μονομαχήσει με τους Έκτορα, Αινεία, Γλαύκο ή Σαρπηδόνα αλλά τη στιγμή της πραγματικής ανάγκης τίποτε δεν μπορούσε να τον τρομάξει ή να τον εμποδίσει. Όταν οι Αγαμέμνων και Διομήδης τραυματίστηκαν και αναγκάστηκαν να αποσυρθούν, ο Οδυσσεύς δεν οπισθοχώρησε αλλά αντιμετώπισε τους Τρώες, πολλούς εκ των οποίων σκότωσε [Λ 401 επ.] Στην Οδύσσεια επίσης, προτιμά να συναντά τον κίνδυνο μέσω άλλων. Στέλνει συντρόφους για να μάθει ποιοι ήταν οι Λωτοφάγοι [ι 88-90], για να ερευνήσει τη φύση των Λαιστρυγόνων [κ 100-103] και για να εξερευνήσει το νησί της Κίρκης [κ 155, 203-207]. Όταν όμως ο Ευρύλοχος επέστρεψε από το ανάκτορο της Κίρκης αναφέροντας την απώλεια των συντρόφων του, ο Οδυσσεύς ούτε τον κίνδυνο ζύγισε, ούτε δίστασε. Παρά τις προειδοποιήσεις του Ευρυλόχου, έφυγε αμέσως μόνος για να τους σώσει.
    Ο Οδυσσεύς είχε μια τεράστια όρεξη και φαινόταν πάντα έτοιμος να φάει. Το γεγονός ότι έφαγε τρεις φορές σε μία μόνη νύκτα, τη νύκτα που αυτός και ο Διομήδης επέδραμαν κατά των Θρακών [Ι 89-90, 225-228, Κ 577-578], γέμισε με άγχος την καρδιά των κριτικών. Όταν ο θυμός του Αχιλλέως ξεθύμανε έπειτα από τον θάνατο του Πατρόκλου και αφ’ ου η μητέρα του έφερε την καινούργια θεϊκή πανοπλία του, ήταν έτοιμος να ξεκινήσει αμέσως τη μάχη, όμως ο Οδυσσεύς είπε [Τ 160-163]:

ἀλλὰ πάσασθαι ἄνωχθι θοῇς ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιοὺς
σίτου
 καὶ οἴνοιο· τὸ γὰρ μένος ἐστὶ καὶ ἀλκή.
οὐ
 γὰρ ἀνὴρ πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα
ἄκμηνος
 σίτοιο δυνήσεται ἄντα μάχεσθαι[24].

Αυτό φάνηκε μάλλον πεζό στον ορμητικό υιό της Θέτιδος, ο οποίος απήντησε [Τ 203-206]:

νῦν δ᾽ οἳ μὲν κέαται δεδαϊγμένοι, οὓς ἐδάμασσεν
Ἕκτωρ
 Πριαμίδης, ὅτε οἱ Ζεὺς κῦδος ἔδωκεν,
ὑμεῖς
 δ᾽ ἐς βρωτὺν ὀτρύνετον·  τ᾽ ἂν ἔγωγε
νῦν
 μὲν ἀνώγοιμι πτολεμίζειν υἷας Ἀχαιῶν
νήστιας
 ἀκμήνους…[25]

Αλλά ο Οδυσσεύς επέμενε ότι οι πεινασμένοι στρατιώτες λίγο ενδιαφέρονται για τη δόξα. Οι άνδρες σιτίστηκαν και η δόξα αναγκάσθηκε να περιμένει. Στην Οδύσσεια ήταν πάντα πρόθυμος να φάει. Μια φορά ζήτησε από τον Αλκίνοο να τον απαλλάξει από άλλες δραστηριότητες και να του επιτρέψει να φάει [η 216-218]:

οὐ γάρ τι στυγερῇ ἐπὶ γαστέρι κύντερον ἄλλο
ἔπλετο,
  τ᾽ ἐκέλευσεν ἕο μνήσασθαι ἀνάγκῃ
καὶ
 μάλα τειρόμενον…[26]

    Ο Οδυσσεύς δεν επέτρεπε ούτε στον ενθουσιασμό ούτε στα συναισθήματά του να τον απομακρύνουν από την εκμετάλλευση της κατάλληλης ευκαιρίας για προσωπικό ή οικονομικό όφελος, και ο τρόπος που τις εκμεταλλευόταν αποτελεί βασικό πλεονέκτημα του Οδυσσέως. Οι Φαίακες τον τίμησαν σε ένα συμπόσιο τοποθετώντας μπροστά του μια ωραία μερίδα χοιρινού. Ο Οδυσσεύς προκειμένου να δείξει την εκτίμησή του για τον Δημόδοκο του κόβει ένα κομμάτι αλλά ο ποιητής συμπληρώνει πονηρά [θ 474-476]:

δὴ τότε κήρυκα προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς,
νώτου
 ἀποπροταμών, ἐπὶ δὲ πλεῖον ἐλέλειπτο,
ἀργιόδοντος
 ὑός…[27]

Κάποιος Φαίακας, ο Ευρύαλος, προσέβαλε με άσχημο τρόπο τον Οδυσσέα λέγοντάς του ότι μοιάζει με έμπορο παρά με αθλητή [θ 159-164]. Όταν συνειδητοποίησε το σφάλμα του, ζήτησε συγνώμη από τον Οδυσσέα και ως δείγμα συμφιλιώσεως του προσέφερε το όμορφο σπαθί του, με αργυρή λαβή και θήκη από ελεφαντόδοντο. Ο Οδυσσεύς δεν του ζήτησε να το κρατήσει αλλά απήντησε με αυτήν την ευχή [θ 413-415]:

…θεοὶ δέ τοι ὄλβια δοῖεν.
μηδέ
 τι τοι ξίφεός γε ποθὴ μετόπισθε γένοιτο
τούτου,
  δή μοι δῶκας ἀρεσσάμενος ἐπέεσσιν[28].

Όταν οι Φαίακες του ζήτησαν να μείνει λίγο περισσότερο προκειμένου να προλάβουν να του ετοιμάσουν το κατάλληλο δώρο, παρά την ανυπομονησία του να επιστρέψει στην πατρίδα, απάντησε [λ 356-358]:

εἴ με καὶ εἰς ἐνιαυτὸν ἀνώγοιτ᾽ αὐτόθι μίμνειν,
πομπὴν
 δ᾽ ὀτρύνοιτε καὶ ἀγλαὰ δῶρα διδοῖτε,
καὶ κε τὸ βουλοίμην…[29]

Οι Φαίακες άφησαν τον Οδυσσέα στην ακτή της πατρικής του γης επειδή κοιμόταν, και απέθεσαν τα δώρα δίπλα του. Το πρώτο πράγμα που έκανε όταν ξύπνησε ήταν να μετρήσει τα δώρα προκειμένου να διαπιστώσει αν έλειπε κάποιο από αυτά [ν 215-218][30]. Όταν η Πηνελόπη είπε στους μνηστήρες ότι πρέπει να φέρνουν δώρα και να μην καταναλώνουν την περιουσία κάποιου άλλου, ο Οδυσσεύς κάθισε παραπέρα και χάρηκε στη σκέψη ότι η Πηνελόπη προσπαθεί να μεγαλώσει την περιουσία του [σ 281-283].
    Ο Οδυσσεύς υπήρξε ο ευνοούμενος της Αθηνάς και η ανθρώπινή της αντιστοιχία. Τον προέτρεψε να σταματήσει τη φυγή των Ελλήνων στη Β, του έστειλε οιωνό στην Κ, τον βοήθησε στους αγώνες, ενθάρρυνε τον γιό του να αναζητήσει πληροφορίες γι’ αυτόν, τον βοήθησε όταν βρισκόταν ανάμεσα στους Φαίακες, ήταν η πρώτη που τον συνάντησε όταν επέστρεψε στην Ιθάκη, τον συνέδραμε στον φόνο των μνηστήρων και επέφερε την τελική συμφιλίωση με τον λαό του. Ο Οδυσσεύς πρέπει να ήταν πολύ καλός σύντροφος διότι οι υπόλοιποι τον εμπιστεύονταν και τον σεβόντουσαν. Επελέγη να επιστρέψει την κόρη του ηλικιωμένου ιερέως στο ξεκίνημα της Ιλιάδος, επελέγη να καθορίσει το πεδίο της μονομαχίας (Γ) και ήταν ο εκλεκτός πρέσβης των Ελλήνων προκειμένου να κατευνάσει την οργή του Αχιλλέως. Ο Αχιλλεύς τον προσφωνεί ως έναν από αυτούς που αγαπά περισσότερο [Ι 197-198], ο Διομήδης τον επιλέγει για σύντροφό του στην επικίνδυνη νυκτερινή επιδρομή [Κ 242-247] και στον αγώνα δρόμου οι συμπολεμιστές του τον επεφυμούν ελπίζοντας ότι θα νικήσει [Ψ 766-767]. Αυτές οι λίγες αναφορές καταδεικνύουν τη δημοφιλία του ανάμεσα στους άνδρες οι οποίοι τον γνωρίζουν καθώς επίσης και ότι δεν προσπαθούσε να περνά απαρατήρητος. Στην Οδύσσεια όλοι οι έντιμοι άνθρωποι τον αγαπούν και μάλιστα αποκαλείται: «πατὴρ δ’ ὣς ἤπιος»[31]. Είκοσι έτη δεν άμβλυναν την αφοσίωση της συζύγου του ούτε τον θαυμασμό των γηραιοτέρων υπηκόων του. Η γριά τροφός Ευρύκλεια, ο χοιροβοσκός Εύμαιος, ο βοσκός Φιλοίτιος και ακόμη ο γέρικος σκύλος, ο Άργος, εξακολουθούσαν να λαχταρούν τον καλό και ευγενικό αφέντη τους. Δεν τον αγαπούσαν μόνον τα μέλη του υποστατικού του αλλά μαθαίνουμε από τα χείλη του Νέστορος [γ 121-123] και του Μενελάου [δ 104-107] ότι αποτελούσε το ξεχωριστό άτομο που αγαπούσαν βαθύτερα. Στον Όμηρο είναι η ευγένεια του Οδυσσέα που, στον ίδιο βαθμό με την εξυπνάδα του, τον εξυψώνει. Ο Οδυσσεύς της Οδύσσειας είναι ο Οδυσσεύς της Ιλιάδος· στο πρώτο ποίημα πρωταγωνιστεί αλλά ο χαρακτήρας του είναι ίδιος. Στην Ιλιάδα αποτελεί μέρος μιας ομάδος ενώ στην Οδύσσεια έχουμε ένα «κοντινό πλάνο» του ιδίου ήρωος.

    Η ομηρική ενότητα του χαρακτήρος, όπως την παρατηρήσαμε στην Ελένη και στον Οδυσσέα, απαντά το ίδιο εξατομικευμένη στους Νέστορα, Πηνελόπη, Αίαντα, Πάτροκλο, Μενέλαο ή σε οιονδήποτε των υπολοίπων. Κάθε χαρακτήρας παραμένει αμετάβλητος ενώ φανερώνει σημάδια και αρετές που απαντούν μόνον στον ίδιο. Πώς επετεύχθη αυτή η ενότητα; Όσοι αρνούνται την ενότητα του Ομήρου υποθέτοντας ότι τα ομηρικά ποιήματα γράφθηκαν από πολλούς ποιητές, υποστηρίζουν ότι οι χαρακτήρες αυτοί δημιουργήθηκαν από την παράδοση και η ενότητα οφείλεται στους διαφόρους ποιητές οι οποίοι εργάσθηκαν κάτω από κοινή παρόρμηση και για κοινό σκοπό. Γνωρίζουμε την εξωομηρική παράδοση για τον Οδυσσέα, παράδοση αρκετά ομοιογενή που απαντά όχι μόνον στον Επικό Κύκλο αλλά και στην τραγωδία. Σε αυτήν την εξωομηρική παράδοση, ο Παλαμήδης κέρδισε τέτοια φήμη στην Τροία που ο Οδυσσεύς, από ζήλεια, αποφασίζει να τον καταστρέψει. Έχοντας αυτό στον νου του, γράφει μια επιστολή στον Παλαμήδη την οποία υποτίθεται ότι έστελνε ο Πρίαμος, και την κρύβει στη σκηνή του θύματος. Εν συνεχεία τον κατηγορεί για προδοσία και προτρέπει να ερευνηθεί η σκηνή του. Η επιστολή εντοπίζεται, η προδοσία αποδεικνύεται και ο δυστυχής Παλαμήδης εκτελείται. Σε μια άλλη παράδοση, ο Παλαμήδης πληροφορείται ότι υπήρχε μεγάλος θησαυρός κρυμμένος σε ένα πηγάδι και τον προτρέπουν να κατέβει για να τον αναζητήσει. Τότε οι Οδυσσεύς και Διομήδης έριξαν πέτρες και τον σκότωσαν. Στον «Αίαντα» του Σοφοκλέους, ο ίδιος Οδυσσεύς παρουσιάζεται σαν τον Ιάγο της αισχρότητος προκαλώντας την τρέλα και την αυτοκτονία του μεγάλου Αίαντος, του υιού του Τελαμώνος, ενώ στον «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλέους φανερώνεται η διπροσωπία και η ευτέλεια του χαρακτήρος του μπροστά στον ανήμπορο ανάπηρο αλλά και η δειλία του όταν ο ανάπηρος αυτός παίρνει το τόξο στα χέρια του. Η παράδοση πράγματι, έως ένα σημείο, δημιούργησε έναν Οδυσσέα, αλλά αυτός δεν είναι ο Οδυσσεύς του Ομήρου. Ο Οδυσσεύς της παραδόσεως δεν είναι τίποτε περισσότερο από την προσωποποίηση της πανουργίας και της σκληρότητος. Δεν υπάρχει τίποτε σε αυτόν τον Οδυσσέα που θα έκανε τους συντρόφους του να τον επεφυμούν στους αγώνες και να επιθυμούν τη νίκη του. Ο Οδυσσεύς του Ομήρου αποτελεί δική του δημιουργία.

    Σπανίως υφίσταται μια ομοιόμορφη ελληνική παράδοση. Η ίδια ιστορία μπορεί να εμφανίζεται σε τόσες διαφορετικές μορφές όσες και οι άνθρωποι οι οποίοι επιθυμούσαν να τη διηγηθούν. Καθένας από τους τρεις μεγάλους συγγραφείς της αττικής τραγωδίας, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης, συνέθεσε μια τραγωδία για τη μεταφορά του χωλού Φιλοκτήτη από τη Λήμνο στην Τροία. Ο χρησμός προείπε ότι η Τροία δεν θα πέσει χωρίς τη βοήθεια του τόξου αυτού του εξοργισμένου τοξότη, και ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησαν να τον πείσουν να ξεχάσει την οργή του και να έρθει προς βοήθεια των ιδίων ηγετών οι οποίοι τόσο βάναυσα τον εγκατέλειψαν στη δυστυχία του, αποτελεί την πλοκή κάθε δράματος. Εν τούτοις, κάθε τραγωδία διαφέρει από τις υπόλοιπες.

    Στο έργο του Αισχύλου, ανετέθη στον Οδυσσέα να οδηγήσει τον Φιλοκτήτη στην Τροία. Προχώρησε με σιγουριά να τον συναντήσει λέγοντάς του, καθώς ο Φιλοκτήτης δεν τον αναγνώρισε, ότι ο Αγαμέμνων και ο μεγαλύτερος εχθρός του, ο Οδυσσεύς, ήταν αμφότεροι νεκροί. Τότε κατέλαβε παροξυσμός τον ήρωα και όσο βρισκόταν σε αυτήν την κατάσταση ο Οδυσσεύς εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία να αρπάξει το τόξο. Καθώς από το έργο του Αισχύλου έχουν διασωθεί μόνον αποσπάσματα, μέρος της συντόμου αυτής περιλήψεως περιέχει εικασίες. Στο δράμα του Ευριπίδου, οι Οδυσσεύς και Διομήδης πέμπονται να φέρουν τον Φιλοκτήτη. Ο Οδυσσεύς εμφανίζεται σαν εξόριστος που εκδιώχθηκε από τη μοχθηρία του Οδυσσέως, ο οποίος προκάλεσε τον θάνατο του φίλου του Φιλοκτήτου, του Παλαμήδου. Εν τω μεταξύ, μια τρωική πρεσβεία φθάνει ζητώντας από τον Φιλοκτήτη να πολεμήσει στο πλευρό τους καθώς οι Έλληνες συμπατριώτες του τον είχαν τόσο αδιάντροπα εγκαταλείψει. Τότε ο Φιλοκτήτης λιποθυμά και τον περιποιείται με μεγάλη ευγένεια ο Οδυσσεύς, ο οποίος τελικώς τον πείθει να ξεχάσει την οργή του και να συμπαραταχθεί με τους Έλληνες. Το έργο αυτό σώθηκε επίσης αποσπασματικώς και η πλοκή του δεν μπορεί να αποκατασταθεί με βεβαιότητα. Στο δράμα του Σοφοκλέους, ήταν ο νεαρός Νεοπτόλεμος και όχι ο Διομήδης που συντρόφευε τον Οδυσσέα, και τα τεχνάσματα που μεταχειρίστηκε ο Οδυσσεύς στις εκδοχές του Αισχύλου και του Ευριπίδου, τα μεταχειρίστηκε εδώ ο Νεοπτόλεμος, ο υιός του Αχιλλέως, ενώ ο Οδυσσεύς δεν τολμούσε να αντικρίσει τον Φιλοκτήτη, κάτι που τον παρίσταναν να κάνει οι άλλοι δύο τραγικοί.

    Στα τρία αυτά δράματα έχουμε το ίδιο γενικό θέμα να παρουσιάζεται με τρεις διαφορετικούς τρόπους από τρεις διαφορετικούς συγγραφείς, όλους για ένα ακροατήριο του Διονυσιακού θεάτρου, στην ίδια πόλη, και εντός μια περιόδου όχι μεγαλύτερης των πενήντα ετών. Αυτοί οι ίδιοι τρεις τραγικοί έγραψαν έργα για τον θάνατο του Αγαμέμνονος, της Κλυταιμήστρας και του Αιγίσθου στα οποία οι λεπτομέρειες είναι περίπου τόσο διαφορετικές όσο και στην ιστορία του Φιλοκτήτου. Η τελική αποτυχία τους να επιτύχουν την ενότητα του χαρακτήρα των διαφόρων προσώπων φαίνεται ξεκάθαρα στον τρόπο με τον οποίο απεικονίζουν την Ηλέκτρα. Κάθε μια από τις τραγωδίες στις οποίες η νεαρή αυτή γυναίκα διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ευτυχώς διασωθεί πλήρης. Στον Αισχύλο [«Χοηφόροι»] η Ηλέκτρα ανεβαίνει στη σκηνή θρηνώντας τον πατέρα της, την προδοσία της μητέρας της και, πάνω απ’ όλα, την απουσία του αδελφού της Ορέστη. Όταν ο αδελφός της επιστρέφει, του εμπιστεύεται την αρχηγία της συνωμοσίας και πράγματι καταστρώνει και εκτελεί το δικό του σχέδιο. Σε αυτό το έργο ο Ορέστης σκοτώνει και τη μητέρα του και τον εραστή της Αίγισθο. Η περίφημη σκηνή της αναγνωρίσεως βασίζεται στα μαλλιά και στα αποτυπώματα από τα ίχνη του νεαρού ανδρός. Στον Σοφοκλή η Ηλέκτρα διατηρεί την αρχηγία ακόμη και μετά την επιστροφή του Ορέστη· αυτός είναι δευτεραγωνιστής. Η Ηλέκτρα αποτελεί τον κυρίαρχο χαρακτήρα ο οποίος αποφασίζει την πορεία τη δική της αλλά και του αδελφού της. Επίσης στον Αισχύλο, ο Αίγισθος σκοτώνεται πρώτος και η Κλυταιμήστρα, όταν πληροφορείται τον θάνατό του, καταλαβαίνει ότι είναι και αυτή χαμένη. Στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλέους, η Κλυταιμήστρα δολοφονείται πρώτη και ο Αίγισθος παραπλανάται στο να πιστέψει ότι το πτώμα της είναι αυτό του Ορέστη. Όταν κοιτάζει το πρόσωπο αντιλαμβάνεται ότι είχε εξαπατηθεί και κατανοεί ότι και το δικό του τέλος πλησιάζει· το τέλος αυτό ακολουθεί αμέσως. Στην «Ηλέκτρα» του Ευριπίδου, η Ηλέκτρα δεν κατοικεί πλέον στα ανάκτορα αλλά έχει παντρευτεί έναν αγρότη και καλεί τη μητέρα της, προφασιζόμενη ότι είναι έγκυος και πρόκειται να γεννήσει. Εν τω μεταξύ ο Ορέστης, μεταμφιεσμένος σαν Θεσσαλός ταξιδιώτης, έχει σκοτώσει τον Αίγισθο και πήγε το πτώμα του στο υποστατικό της Ηλέκτρας. Η Κλυταιμήστρα έρχεται κοντά στην κόρη της αλλά πεθαίνει από το τρύπημα του σπαθιού που κρατούσαν μαζί οι Ορέστης και Ηλέκτρα. Στο έργο αυτό η Ηλέκτρα δεν αναγνωρίζει τον αδελφό της από τα μαλλιά ή τα αποτυπώματα των ποδιών αλλά από μια ουλή πάνω από το μάτι. Η Ηλέκτρα στο έργο του Ευριπίδου είναι τραχιά και σκληρή, εντελώς διαφορετική από την Ηλέκτρα των άλλων δύο δραματουργών.

    Τα ανωτέρω δράματα καταδεικνύουν ότι οι Έλληνες δεν θεωρούσαν προσβλητικές τις διαφορετικές διηγήσεις της ίδιας ιστορίας ή των ίδιων χαρακτήρων και δικαιολογούμαστε να πιστεύουμε ότι ποτέ δεν θα ξαναέγραφαν ή δεν θα αναθεωρούσαν τον Όμηρο προκειμένου να καταστήσουν τους χαρακτήρες ή τις διηγήσεις του Ομήρου παντού ομοιογενείς. Αυτή η έλλειψη ομοιογένειας στην απεικόνιση της Ηλέκτρας από τους τραγικούς αντιστοιχεί απολύτως στις διάφορες απεικονίσεις του Βασιλέως Δαυΐδ σε διαφορετικά σημεία της Βίβλου. Τα βιβλία των «Βασιλειών» Α΄ και Β΄ και των «Παραλειπομένων» είναι κατά κοινή άποψη παραδοσιακά. Στα δύο πρώτα βιβλία των «Βασιλειών» ο Δαυΐδ περιγράφεται σαν λάγνος και σκληρός βασιλεύς, που παίρνει τις γυναίκες από τους συζύγους τους ενώ ακόμη προξένησε τον θάνατο ενός εκ των υπηκόων του προκειμένου να αποκτήσει τη σύζυγό του [Βασιλειών Β΄, ια΄, 14-17]. Αλλά όταν τα βιβλία των «Παραλειπομένων» διηγούνται τη βασιλεία και τον βίο του Δαυΐδ, ο μονάρχης αυτός παρουσιάζεται αψεγάδιαστος. Είναι ένας βασιλεύς ο οποίος κυβερνά με αγνότητα και δικαιοσύνη – μια εντελώς διαφορετική απεικόνιση του ιδίου ανθρώπου[32]. Ακόμη και η πλέον επιφανειακή ανάγνωση των τεσσάρων Ευαγγελίων που εξιστορούν τον βίο του Ιησού, αποδεικνύει ότι καθένας από τους συγγραφείς αυτούς έβλεπε τον Ιησού με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι υπόλοιποι. Οι διηγήσεις αυτές δεν είναι αντιφατικές, είναι γραμμένες από διαφορετική οπτική γωνία.

    Η απόλυτη ανικανότητα δύο συγγραφέων να αντιμετωπίζουν τους ίδιους χαρακτήρες με τον ίδιο τρόπο, απεικονίζεται άριστα στην ιστορία της εκδόσεως του «Δον Κιχώτη». Μετά την κυκλοφορία του πρώτου μέρους και την τεράστια δημοφιλία του, ένας έξυπνος συγγραφέας αποφάσισε να συνεχίσει το μυθιστόρημα εκδίδοντας ένα βιβλίο που θεωρήθηκε ότι αποτελεί το δεύτερο μέρος. Εν τούτοις, απέτυχε οικτρώς να συλλάβει το πνεύμα του Θερβάντες ή να αναπαραστήσει τον ιππότη του σαν αυτόν του πρωτοτύπου, πράγμα που οδήγησε το εγχείρημά του σε πλήρη αποτυχία. Οι Schiller και Γκαίτε ήταν άνδρες εξαιρετικής ευφυΐας. Έζησαν αρκετό καιρό μαζί και γνώριζαν τους τρόπους και τις σκέψεις ο ένας του άλλου. Ο Schiller έστελνε στον φίλο του τις περιλήψεις ενός έργου, ακόμη και λεπτομέρειες της πλοκής του, αλλά δεν έζησε αρκετά προκειμένου να το ολοκληρώσει. Ο Γκαίτε ανέλαβε να συνεχίσει το έργο στο πνεύμα του Schiller αλλά ανακάλυψε ότι η ευφυΐα του αδυνατούσε να διεισδύσει στο πνεύμα του φίλου του και έκρινε αναγκαίο να εγκαταλείψει την προσπάθειά του[33].

    Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες τραγικοί επαναλάμβαναν διαρκώς τον ίδιο θεματικό πυρήνα. Όμοιοι τίτλοι διαφόρων έργων απαντούν στους καταλόγους των δραμάτων διαφορετικών συγγραφέων αλλά στον Όμηρο καμία σκηνή ή ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Δεν αναφέρομαι σε απλές επαναλήψεις από αγγελιαφόρους [π.χ. Η 385-397] ή σε περιλήψεις, όπως τα λόγια του Αχιλλέως προς τη μητέρα του [Α 352 επ.] ή στον απολογισμό που κάνει ο Τηλέμαχος για το ταξίδι του [ρ 108-146]. Όλοι οι χαρακτήρες στον Όμηρο είναι ομοιόμορφοι, έχουν ζωή και προσωπικότητα, αλλά καμία σκηνή της Ιλιάδος δεν επαναλαμβάνεται στην Οδύσσεια. Το ίδιο κοινό στην Αθήνα μπορούσε να δει τον ίδιο χαρακτήρα να απεικονίζεται με εντελώς διαφορετικό και αντιφατικό τρόπο και μπορούσε να ακούσει τη διήγηση της ίδιας ιστορίας με διαφορετικές λεπτομέρειες από διαφορετικά δραματικά πρόσωπα. Ποιος προσέφερε ενότητα στους ομηρικούς χαρακτήρες και ποιος διατήρησε την ιστορία ενιαία αποφεύγοντας διαφορετικές εκδοχές της; Ασφαλώς όχι μια ομάδα ανθρώπων που θεωρούσαν φυσιολογικό να ακούν αντιφάσεις και να βλέπουν διαφορετικές εκδοχές. Ποιος έδωσε στην ποίηση του Ομήρου αυτή την ενότητα στους χαρακτήρες και αυτήν την ενότητα στη δράση; Δεν υπάρχει παρά μία μόνη απάντηση: η ενότητα των χαρακτήρων η οποία διατρέχει την ομηρική ποίηση οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε χαρακτήρας δημιουργήθηκε από τον ίδιο νου, έναν νου ο οποίος απεικόνισε κάθε χαρακτήρα με τόση ζωντάνια και τόση μοναδικότητα όπου η ανομοιογένεια και η αντίφαση ήταν αδύνατες. Αυτά τα σαφή και ξεχωριστά περιγράμματα αποτελούν τη δημιουργία ενός και μόνου νου και όχι ενός πίνακος που φιλοτεχνήθηκε από διαφόρους δασκάλους. Σε αυτούς τους πίνακες το κέντρο τους είναι ευδιάκριτο αλλά τα άκρα είναι θολά, σαν σε σύγχυση. Είναι η καθαρότητα των άκρων που αποδεικνύει την ενότητα του Ομήρου.

    Αυτή η ενότητα του χαρακτήρος παρουσιάζεται με ένα ύφος απολύτως μοναδικό. Ο Matthew Arnold λέει για το ύφος αυτό: «Ο Όμηρος δεν έχει τις εναλλαγές του Σαίξπηρ. Ο Όμηρος πάντα συνθέτει όπως ο Σαίξπηρ συνθέτει στα καλλίτερά του. Το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της ομηρικής ενότητος είναι ότι το ποίημα διαθέτει τη μαγική σφραγίδα ενός δασκάλου και η σφραγίδα αυτή είναι το μεγαλοπρεπές ύφος». Ένας κριτικός τόσο ικανός και ως ποιητής τόσο σπουδαίος όσο ο Shelley, είπε: «Ως ποιητή, στον Όμηρο πρέπει να αναγνωριστεί ότι ξεπερνά τον Σαίξπηρ στην αλήθεια, στην αρμονία, στη διατήρηση της μεγαλοπρέπειας, στην ικανοποιητική αρτιότητα των χαρακτήρων του»[34]. Εξάμετροι στην ελληνική εξακολούθησαν να γράφονται για περισσότερα από χίλια χρόνια μετά τον Όμηρο αλλά κανείς από τους εξαμέτρους αυτούς δεν μας τον θυμίζει. Δεν θυμόμαστε ποτέ τον Όμηρο, εκτός για να τον αποθεώσουμε, όταν διαβάζουμε Ησίοδο, Απολλώνιο, Κόιντο ή Νόννο έστω αν και όλοι αυτοί έγραψαν στο ίδιο μέτρο και στην ίδια διάλεκτο. Όλο το μεγάλο ποιητικό σύνολο που είναι γνωστό ως Επικός Κύκλος μοιάζει να είχε συνταχθεί περίπου με τον τρόπο του Ομήρου και σε θέματα που ομοιάζουν των ομηρικών. Εν τούτοις, ποτέ κανείς δεν παρέθεσε έστω και έναν μόνον στίχο ή δεν ανέφερε έστω και μια μόνη σκηνή από κάποιο ποίημα ολοκλήρου του Κύκλου ως υπόδειγμα είτε υψηλής αξίας είτε ποιητικής τελειότητος. Θα ήταν υπερβολικώς εύπιστη η υπόθεση ότι σε μια ομάδα ποιητών μπορούσαν όλοι να γράψουν με το ίδιο μεγαλοπρεπές ύφος, ότι όλα τους τα έργα συνελέγησαν στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια και ότι ούτε εκ συμπτώσεως κανείς άλλος ποιητής του οποίου τα έργα από λάθος βρέθηκαν σε κάποιο άλλο ποίημα, δεν ακολουθούσε αυτό το ύφος. Ο μόνος ποιητής ο οποίος γνωρίζουμε ότι έζησε κοντά στην εποχή του Ομήρου είναι ο Ησίοδος και είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι ο συγγραφεύς των «Έργων και Ημερών» δεν μπορούσε να συνθέσει καμία από τις μεγάλες σκηνές είτε της Ιλιάδος είτε της Οδύσσειας.

    Είναι ευκολότερο να πιστέψουμε ότι ο Σαίξπηρ έγραψε τον «Βασιλέα Ληρ», τον «Μάκβεθ», τον «Άμλετ», τον «Οθέλλο» και τον «Έμπορο της Βενετίας» παρά πέντε άνδρες οι οποίοι έζησαν την ίδια εποχή και καθένας εξ αυτών ήταν ικανός να γράψει ένα από αυτά τα έργα. Ο  «Άμλετ» αποτελεί την καλλίτερη δυνατή απόδειξη της ικανότητος του Σαίξπηρ να γράψει τον «Οθέλλο». Κανείς άλλος ποιητής γνωστός σε εμάς δεν μπορούσε να συνθέσει την ιστορία των λύτρων του Έκτορος πλην του ποιητού εκείνου ο οποίος έγραψε επίσης τον αποχωρισμό του Έκτορος και της Ανδρομάχης, τους λόγους της πρεσβείας, τον θάνατο του Έκτορος και την ιστορία των Φαιάκων. Άλλοι συγγραφείς μπορεί να φαίνονται σαν τον Όμηρο αλλά κανείς δεν μπορεί να τους μπερδέψει με αυτόν. Μπορεί να τον παραφράζουν, να παραλληλίζουν τα γραπτά τους, να τον μιμούνται αλλά δεν έχουν δημιουργήσει τίποτε που οι μελλοντικές γενεές ενδιαφέρθηκαν να τοποθετήσουν δίπλα σε αυτές τις μεγαλοπρεπείς σκηνές. Ίσως κάποιες στιγμές φαίνεται να συλλαμβάνουν το πνεύμα του Ομήρου, αλλά δεν είναι αλήθεια. Δεν πλούτισαν τον κόσμο με καμία Ναυσικά, κανέναν Εύμαιο και καμία Ανδρομάχη.

    (Ο Δρ. Heinrich Spiess στο Menschenart und Heldentum in der Ilias μου προκάλεσε την ιδέα να γράψω αυτό το κεφάλαιο. Του οφείλω πολλά για τις πολλές υποδείξεις του).



[1] Καθηγητής de Salvio, “Dante and Medieval heresy”, Romanic Review, 1920, 239 επ.
[2] Essay on the original genius and writings of Homer, Λονδίνο, 1769, σελ. 235.
[3] [Ε 343, 361 και 364 αντιστοίχως. Το αρχαίο κείμενο παραθέτει ο Scott].
[4]Pious Aeneas», απαντά σποραδικώς στην «Αινειάδα»].
[5] Ο Macaulay, αφ’ ου ξαναδιάβασε τον Βιργίλιο, εξέφρασε τη μεγάλη απογοήτευσή του από την ανικανότητα του ποιητού να προσδώσει ανθρώπινο χαρακτήρα στους ήρωές του. Trevelyan, Life and Letters of Macaulay, I, 329.
[6] [Κριάρι αγαπημένο, γιατί βγαίνεις από τη σπηλιά μου με το κοπάδι μου τελευταίο; Ποτέ πριν δεν έμενες πίσω από τα υπόλοιπα αλλά ήσουν πάντα το πρώτο που έβοσκε τα καλλίτερα κομμάτια του χόρτου, το πρώτο που στα νερά του ποταμού έφτανε, το πρώτο που στο μαντρί επέστρεφε το απόγευμα. Τώρα όμως, είσαι το τελευταίο απ’ όλα. Αναζητάς το μάτι του κυρίου σου…»].
[7] [«Αυτά είπε κλαίγοντας και μαζί της όλες οι άλλες γυναίκες κλαίγανε, δήθεν τον Πάτροκλο, αλλά η καθεμία για τους δικούς της πόνους»].
[8] [«Δεν είναι παράξενο γιατί οι Τρώες και οι ευκνήμιδες Αχαιοί γι’ αυτήν τη γυναίκα επί πολύ χρόνο άντεξαν τις συμφορές, γιατί είναι τόσο όμοια με τις αθάνατες θεές»].
[9] [«Έλα και κάτσε κοντά αγαπημένο μου παιδί, να δεις τον παλιό σου άνδρα, τους συγγενείς και τους φίλους σου. Γιατί δεν είσαι εσύ η αιτία, οι θεοί είναι η αιτία…»].
[10] [«Σεβαστός μου είσαι, πεθερέ μου, και πολύ σε τιμώ. Θάνατος κακός θα ήταν προτιμότερο να με είχε βρει πριν ακολουθήσω εδώ τον γιό σου, αφήνοντας το σπίτι μου, τους φίλους μου, τη λατρεμένη κόρη μου και τις αγαπημένες συντρόφισσές μου. Αλλά αυτό δεν έγινε, γι’ αυτό και εγώ χύνω δάκρυα. Θα σου απαντήσω σε ό,τι με ρωτάς. Αυτός είναι ο Ατρείδης, που έχει τη μεγάλη εξουσία, ο Αγαμέμνων, που είναι και καλός βασιλιάς και καλός πολεμιστής, κουνιάδος εμένα της ξεδιάντροπης, αν κάποτε αυτό ήταν πραγματικό»].
[11] [«Δεν μπορώ να ξεχωρίσω δύο ηγέτες, τον Κάστωρα που τ’ άλογα ημερώνει και τον στην πυγμαχία άριστο Πολυδεύκη, αδελφούς μου που μας γέννησε η ίδια μητέρα. Είτε δεν ήρθαν από την ένδοξη Λακεδαίμονα είτε ήρθαν με ποντοπόρα καράβια αλλά είναι απρόθυμοι τώρα να μπουν στις γραμμές των πολεμιστών, φοβούμενοι τη ντροπή και το όνειδος που έχω συσσωρεύσει»].
[12] [«Έτσι μίλησε αλλά ήδη αυτούς τους είχε καλύψει η ζωοδότρα γη εκεί στη Λακεδαίμονα, στην πατρίδα τους»].
[13] [«Δεν μπορώ εγώ να πάω σε αυτού το κρεβάτι· οι Τρωάδες όλες θα με κατακρίνουν. Είμαι με μεγάλη οργή γεμάτη»].
[14] [«Μην με εκνευρίζεις δύστυχη γιατί στον θυμό μου μπορεί να σε αφήσω ενώ έως σήμερα σε αγαπούσα σφοδρά, και μέσα σε Τρώες και Δαναούς ανάψω μεγάλη έχθρα και εσύ με κακό τρόπο να χαθείς»].
[15] [«Έκτορα, πιο αγαπημένε όλων των συγγενών μου, άνδρας μου είναι ο Πάρις που με έφερε εδώ στην Τροία – που μακάρι προηγουμένως να είχα πεθάνει. Τώρα ήδη βρίσκομαι είκοσι χρόνια μακριά από την πατρίδα μου και όλα αυτά τα χρόνια κουβέντα κακή ή σκληρή ποτέ δεν άκουσα από εσένα ενώ όταν κάποιος άλλος από το μέγαρο με μάλωνε… τη γνώμη του άλλαζες με την ευγένεια και τον όμορφο λόγο σου. Γι’ αυτό στον μεγάλο μου θρήνο για εσένα, θρηνώ και για εμένα τη δυστυχισμένη, γιατί κανείς πια μέσα στη μεγάλη Τροία δεν θα βρεθεί καλός με εμένα ή φίλος· όλοι με περιφρονούν»].
[16] [«Γιατί δεν πιστεύω ότι είδα άλλον, ούτε άνδρα ούτε γυναίκα, και κατάπληκτη μένω στην όψη του, που να μοιάζει τόσο με τον γιό του μεγαλόκαρδου Οδυσσέως, τον Τηλέμαχο, τον οποίο άφησε ο άνδρας αυτός μόλις γεννήθηκε στο σπίτι του όταν για χάρη δική μου, εμένα της αδιάντροπης, οι Αχαιοί ήρθατε κάτω από τα τείχη της Τροίας, σε πόλεμο σκληρό πολεμώντας»].
[17] [Βλ. επίσης, “Helen’s recognition of Telemachus in the Odyssey”, The Classical Journal, 25 (1930), 383-385].
[18] [«Τώρα στον έναν και μετά στον άλλον ο Ζευς το αγαθό και το κακό μπορεί να δώσει αφ’ ου τα πάντα είναι δυνατά σε αυτόν»].
[19] [«Αλλά η ψυχή μου χαιρόταν γιατί ήδη η καρδιά μου είχε μεταστραφεί, να γυρίσω σπίτι μου επιθυμούσα, και στεναχωριόμουν για τον τρόπο με τον οποίο η Αφροδίτη με τύφλωσε όταν με πήρε από την αγαπημένη πατρίδα μου, το παιδί μου, το σπίτι μου και τον σύζυγό μου που δεν υστερούσε ούτε σε σοφία ούτε σε ομορφιά»].
[20] [«Όλα αυτά που είπες, γυναίκα, είναι αληθινά»].
[21] [«Ανάμνηση από τα χέρια της Ελένης για την ώρα του πολυαναμενόμενου γάμου σου»].
[22] [«Ακούστε με, και θα προφητεύσω ό,τι οι αθάνατοι έβαλαν στο μυαλό μου γιατί πιστεύω ότι αυτό θα εκπληρωθεί. Όπως αυτό το πουλί από το βουνό κατέβηκε, όπου είναι τα μικρά του και όπου γεννήθηκε, για να αρπάξει τη χήνα που μεγάλωσε στο σπίτι, έτσι και ο Οδυσσέας θα επιστρέψει σπίτι έπειτα από πολλά βάσανα και πολλές περιπλανήσεις για να εκδικηθεί – αν δεν είναι ήδη σπίτι προετοιμάζοντας συμφορά για τους μνηστήρες»].
[23] [Το επεισόδιο, όπως παραδίδεται στην Ψ 721-732, έχει σημαντικές διαφορές από αυτό που αναφέρει ο Scott].
[24] [«Αλλά διέταξε τους Αχαιούς, κοντά στα γρήγορα καράβια τους να γευθούν το ψωμί και το κρασί, αφ’ ου σε αυτά βρίσκεται και το θάρρος και η δύναμη. Γιατί δεν μπορεί άνδρας ολόκληρη τη μέρα, μέχρι ο ήλιος να δύσει, να πολεμά τον εχθρό, όταν για ψωμί πεινά»].
[25] [«Τώρα κείτονται παραμορφωμένοι αυτοί που ο Πριαμίδης Έκτωρ σκότωσε, αφ’ ου ο Ζευς αποφάσισε δόξα να του προσφέρει, και να φάμε μας ζητάτε! Εγώ αλήθεια θα διέταζα αμέσως τους Αχαιούς νηστικούς και πεινασμένους να πολεμήσουν…»].
[26] [«Γιατί δεν υπάρχει τίποτε στυγνότερο από μια πεινασμένη κοιλιά, που αναγκάζει τον άνθρωπο να τη θυμάται ακόμη και αν είναι πολύ βασανισμένος»].
[27] [«Τότε στον κήρυκα είπε ο πολυμήχανος Οδυσσεύς, κόβοντας κομμάτι από τη ράχη του αγριογούρουνου με τα λευκά δόντια, που το περισσότερο έμεινε εκεί [στο πιάτο του Οδυσσέως]…»].
[28] [«…Οι θεοί οι όλβιοι να σου προσφέρουν ευτυχία και μακάρι να μην αναζητήσεις ποτέ αυτό το σπαθί που μου έδωσες, λέγοντάς μου τόσα ευγενικά λόγια»].
[29] [«Να έμενα μαζί σας για έναν χρόνο, προκειμένου να ετοιμάσετε το ταξίδι μου και να μου προσφέρετε καλά δώρα, πολύ θα το επιθυμούσα…»].
[30] [Για τα δώρα ως ποιητικό μηχανισμό, βλ. “Odysseus and the gifts from the Phaeacians”, The Classical Journal, 34 (1938), 102-103].
[31] [«Καλός όπως ο πατέρας»· βλ., π.χ., β 234, ε 11].
[32] Οφείλω αυτήν την παρατήρηση για τον Δαυΐδ στον καθηγητή F. C. Eiselen.
[33] Όπως αναφέρεται στον Rothe, Odyssee als Dichtung, 202.
[34] Αναφέρεται από τον καθηγητή Smyth, Columbia Lectures on Greek Literature, 46. 

Σχόλια

"Encompass worlds but do not try to encompass me..."

Walt Whitmann

Όλα τα θέματα του ιστολογίου

Εμφάνιση περισσότερων