John A. Scott, Η ενότητα του Ομήρου, μετάφραση και επιμέλεια Βασίλειος Τσίχλης

John A. Scott
(σημ. Φιλίστωρος: Το ιστολόγιο μας σε συνεργασία με τον φίλο και συνεργάτη Βασίλειο Τσίχλη τον οποίο και ευχαριστούμε θερμά, θα δημοσιεύσει σε συνέχειες την ελληνική έκδοση του βιβλίου του John A. Scott "Η ενότητα του Ομήρου". Κάθε 15 μέρες περίπου θα δημοσιεύεται σε μορφή pdf  ένα αυτοτελές κεφάλαιο του βιβλίου. Η δημοσίευση θα γίνεται κατ΄αποκλειστικότητα από το ιστολόγιο μας μετά από την ευγενική συγκατάθεση του επιμελητή, και απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση του καθώς θα κυκλοφορήσει και σε βιβλίο αφού ολοκληρωθεί η δημοσίευση του σε εμάς) 

John A. Scott, Η ενότητα του Ομήρου

ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΟΥ NORTHWESTERN UNIVERSITY ΚΑΤΟΧΟΥ ΤΗΣ ΕΔΡΑΣ SATHER ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΗΣ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1921

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ  ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Σ. Ε. ΤΣΙΧΛΗΣ, ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ



Η παρούσα ελληνική έκδοση
αφιερούται στον Νικόλαο Δ. Τσίγκα


 
Β.Σ.Ε.Τ.

Πρώτη έκδοση: «The unity of Homer», The University of California Press, Berkeley, California, 1921

© για την ελληνική έκδοση Βασίλειος Σ. Ε. Τσίχλης

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως χωρίς γραπτή άδεια του επιμελητού της ελληνικής εκδόσεως η κατά οιονδήποτε τρόπο ή οιοδήποτε μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου για εμπορικό σκοπό.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΟΥ


Η έδρα Sather κλασσικής γραμματείας του Πανεπιστημίου της Καλιφόνια, Berkeley, ιδρύθηκε από κληροδότημα της Jane K. Sather. Κάθε έτος, ένας κλασσικιστής εγνωσμένου κύρους καταλαμβάνει την έδρα. Ο πρώτος καθηγητής Sather υπήρξε ο Sir John Linton Myres το 1913-1914, καθηγητής της έδρας Wykeham αρχαίας ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Αρχικώς, ο καθηγητής δίδασκε τους φοιτητές βάσει του προγράμματος της Σχολής. Γρήγορα το Berkeley κατέληξε ότι η έδρα Sather έπρεπε να είναι κάτι περισσότερο από μια συνηθισμένη έδρα ενός επισκέπτου καθηγητού. Αποφασίστηκε λοιπόν, ο καθηγητής Sather να παραδίδει σειρά οκτώ διαλέξεων σε ένα πρωτότυπο θέμα των κλασσικών σπουδών ή να το παρουσιάζει από μια νέα οπτική όχι απλώς στους φοιτητές αλλά σε ολόκληρη την πανεπιστημιακή κοινότητα, γι’ αυτό οι διαλέξεις θα εκδίδονταν. Πράγματι φιλόδοξη επιλογή! Η αλλαγή αυτή πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1920-1921 με καθηγητή Sather τον John Scott. Έκτοτε, τα κείμενα των διαλέξεων, είτε στη μορφή που παραδόθηκαν είτε σε αναθεωρημένη μορφή, εκδίδονται σε ειδικό τόμο στη σειρά Sather Classical Lectures, υπό την προϋπόθεση ότι ο κάτοχος θα παραδώσει το κείμενο εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου.

    Η έδρα Sather αποτελεί εδώ και πολλές δεκαετίες τη σημαντικότερη ενιαύσια έδρα κλασσικών σπουδών στον αγγλόφωνο κόσμο. Από το πλήθος των σπουδαίων λογίων οι οποίοι την κόσμησαν, ας μου επιτραπεί να ξεχωρίσω τους Paul Shorey (1916-1917, 1918-1919, 1928-1929), Martin Nilsson (1930-1931), Samuel Bassett (1936-1937), Sir John Beazley (1948-1949), A. W. Gomme (1951-1952), Sir Denys Page (1957-1958), Sterling Dow (1963-1964), Geoffrey Kirk (1968-1969), Sir Moses Finley (1971-1972), Walter Burkert (1976-1977), Anthony Snodgrass (1984-1985), Gregory Nagy (2001-2002) και τον μόνον Έλληνα ο οποίος την κατέλαβε, τον Αλέξανδρο Νεχαμά (1992-1993). Τα περισσότερα από τα έργα της σειράς Sather (έως το 2016 έχουν δημοσιευθεί 71 τόμοι) παραμένουν κλασσικά παρά τα χρόνια που πέρασαν. Κανένα όμως από τα βιβλία αυτά δεν άσκησε μεγαλύτερη επιρροή από το πρώτο της σειράς, το «Η ενότητα του Ομήρου» του John Scott[2], κατόχου της έδρας το 1920-1921.

    Ο John Adams Scott γεννήθηκε σε αγροτική οικογένεια του Illinois το 1867. Λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του πατρός του αναγκάστηκε από την ηλικία των 13 ετών να διαχειρίζεται ουσιαστικώς τη φάρμα μαζί με τον νεότερο αδελφό του Walter. Επειδή δεν διέθεταν χρόνο να πηγαίνουν στο σχολείο, τους έκανε μάθημα η μεγαλύτερη αδελφή τους. Επομένως, ο Scott παρακολούθησε το γυμνάσιο αρκετά μεγάλος και πήρε το απολυτήριό του σε ηλικία 20 ετών. Σπούδασε στο Northwestern University, από το οποίο απεφοίτησε το 1891, συνεχίζοντας τις σπουδές του στο Johns Hopkins University δίπλα στον λαμπρό κλασσικιστή Basil L. Gildersleeve, ο οποίος του συνέστησε να επισκεφθεί τη Γερμανία όπου παρακολούθησε μαθήματα στα πανεπιστήμια Γοτίγγης και Μονάχου. Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναγορεύθηκε το 1897 διδάκτωρ του Johns Hopkins University με τη διατριβή «A comparative study of Hesiod and Pindar» υπό την επίβλεψη του Gildersleeve.

    Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του το ίδιο έτος στο Northwestern University και το 1904 προήχθη σε τακτικό καθηγητή και πρόεδρο του τμήματος Κλασσικών Σπουδών όπου δίδαξε έως το 1938. Βασικό αντικείμενο της ερεύνης του απετέλεσε η μελέτη του Ομήρου και κυρίως η ενότητα των έργων του, καθώς εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικοτέρους υπερμάχους της ομηρικής ενότητος στην αγγλόφωνη επιστήμη. Απεβίωσε το 1947. Αδελφός του ήταν ο Walter Dill Scott (1869-1955), καθηγητής ψυχολογίας και Πρύτανης του Northwestern University, από τους πρώτους οι οποίοι εφήρμοσαν την επιστήμη της ψυχολογίας σε επιχειρηματικά πλαίσια (διαφήμιση, διαχείριση ανθρωπίνων πόρων κτλ.)

Τη δεκαετία του 1990, όταν φοιτούσα στο γυμνάσιο, διδάχθηκα για το ομηρικό ζήτημα, για τη διαμάχη μεταξύ αναλυτικών και ενωτικών προκειμένου να αποδειχθεί αν τα δύο έπη ανήκουν σε έναν ή περισσοτέρους ποιητές. Αργότερα διάβασα μεταφράσεις έργων διαφόρων κλασσικιστών οι οποίες κυκλοφορούσαν στην ελληνική και αναφέρονταν στο ομηρικό ζήτημα και, ομολογώ, άρχισα να αμφιβάλω για την ενότητα των ομηρικών επών. Εν τούτοις, ήδη από το μέσον της δεκαετίας του 1970, το ομηρικό ζήτημα θεωρείται ότι έχει επιλυθεί οριστικώς υπέρ της ενότητος των ποιημάτων[3]. Ενώ η ενότητα καθενός εκ των δύο επών πλέον δεν αμφισβητείται, ακόμη συζητείται αν αμφότερα έχουν συντεθεί από τον ίδιο ποιητή[4].
    Πριν από εκατόν είκοσι χρόνια όμως, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Στην αρχή του 20ού αιώνος, οι αναλυτικοί είχαν επικρατήσει σχεδόν απολύτως. Ελάχιστοι τολμούσαν να υποστηρίξουν την ενότητα του Ομήρου. Οι αναλυτικοί όμως, όχι απλώς απέδιδαν τα ομηρικά έπη σε διαφόρους αοιδούς, θεωρώντας τον Όμηρο είτε μυθικό πρόσωπο είτε απλό συμπιλητή, αλλά επισήμαιναν ότι στερούνταν λογοτεχνικής αξίας! Εξέχοντες λόγιοι του επιπέδου των Fick, Muelder, Kirchhoff, ακόμη και αυτός ο Wilamowitz, θεωρούσαν την ομηρική ποίηση χαμηλού επιπέδου! Η αναλυτική κίνηση αποκλήθηκε «υψηλή κριτική» από τους οπαδούς της αλλά τον ίδιο όρο χρησιμοποιούσαν, σκωπτικώς βεβαίως, και οι ενωτικοί.

    Ήδη από το τέλος του 19ου αιώνος, κάποιες φωνές ακούγονταν προς υπεράσπιση του Ομήρου. Μια νεότερη γενιά φιλολόγων ξεκίνησε να επεξεργάζεται τα διάφορα στοιχεία που παρέθεταν οι αναλυτικοί, βάσει των οποίων αρνούνταν την ομηρική ενότητα, πολλά εκ των οποίων απεδείχθησαν εντελώς λανθασμένα. Τα περισσότερα αναλυτικά επιχειρήματα κατέρρεαν σαν χάρτινοι πύργοι στην προσεκτική μελέτη των ενωτικών[5].
    Στις Ηνωμένες Πολιτείες, και ίσως σε ολόκληρο τον αγγλόφωνο κόσμο, ο μόνος λόγιος ο οποίος επέμενε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του με πεισματική αφοσίωση στην ομηρική ενότητα υπήρξε ο Paul Shorey, καθηγητής της ελληνικής γλώσσης και λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Chicago. Τη μεγαλύτερη επιρροή όμως, άσκησε μάλλον ο συνοδοιπόρος του στην πεποίθηση του ενός Ομήρου John Scott ο οποίος κωδικοποίησε τα στοιχεία τα οποία συνηγορούσαν υπέρ της ενότητος του Ομήρου, καταρρίπτοντας συγχρόνως πολλά από τα βασικά επιχειρήματα των αναλυτικών, στο έργο του «Η ενότητα του Ομήρου».
    Ο Scott υπήρξε αρχικώς μετριοπαθής αναλυτικώς αλλά, με τη συνεχή μελέτη των αναλυτικών επιχειρημάτων, κατέληξε ένας εκ των βασικών υποστηρικτών της ομηρικής ενότητος[6]. Αποτελούσε ιδανική επιλογή για τη συγγραφή του βιβλίου αυτού. Διέθετε πλήρη εποπτεία της αγγλικής, γερμανικής και γαλλικής σχετικής βιβλιογραφίας, βαθιά γνώση της ελληνικής και λατινικής γραμματείας όπως επίσης και της Αγίας Γραφής, ενώ κατείχε σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό τη σύγχρονη λογοτεχνία. Το ύφος του είναι απλό, ανεπιτήδευτο, με χιούμορ, ώστε εύκολα διατηρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστου. Ο ενθουσιασμός του Scott είναι τόσο μεγάλος ώστε δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι οι ομηρικοί ήρωες έζησαν, ήταν τέσσερα μέτρα ψηλοί, μπορούσαν να σηκώσουν βράχους ενός τόνου και ότι ο Όμηρος υπήρξε αναντίρρητα ο σπουδαιότερος ποιητής όλων των εποχών! Δεν μπόρεσα να βρω ούτε μια σελίδα η οποία να μην περιέχει κάποιο ενδιαφέρον στοιχείο ή σχόλιο.
    Ο Scott δεν παραθέτει ούτε πρόλογο ούτε κάποια εισαγωγή στο βιβλίο του, ίσως επειδή η πρώτη σελίδα του πρώτου κεφαλαίου παρουσιάζει με τόσο συνοπτικό αλλά τόσο θαυμαστό τρόπο την επιρροή του Ομήρου στον αρχαίο κόσμο. Η ύπαρξη λεπτομερούς ευρετηρίου στο τέλος της πρώτης εκδόσεως φανερώνει ότι ο Scott διέθετε τον χρόνο να συντάξει έστω και έναν στοιχειώδη πρόλογο, αλλά προτίμησε να μπει κατ’ ευθείαν στο θέμα, κατ’ ευθείαν στον θείο Όμηρο. Δεν είναι τυχαίο ότι απ’ όλα τα έργα για την ενότητα του Ομήρου τα οποία δημοσιεύθηκαν εκείνη την περίοδο, το έργο του Scott προκάλεσε (τουλάχιστον στην αγγλόφωνη ακαδημαϊκή κοινότητα) τη μεγαλύτερη εντύπωση[7].

Είναι φυσικό, στον περιορισμένο χώρο των οκτώ διαλέξεων που διέθετε, να μην μπόρεσε ο Scott να απαντήσει ή έστω να επεξεργαστεί όλα τα επιχειρήματα των αναλυτικών και ως εκ τούτου επέλεξε τα κατά την άποψή του αντιπροσωπευτικότερα. Δεν μας εκπλήσσει, λοιπόν, το γεγονός ότι δεν αναφέρεται σε ζητήματα όπως τη Διάπειρα της ραψωδίας Β που αποτελεί, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, δευτερεύον ζήτημα. Εν τούτοις, παραλείπει να αναφερθεί σε μερικά από τα πλέον φλέγοντα προβλήματα του ομηρικού ζητήματος. Προσωπικώς, περίμενα να ασχοληθεί με τους προβληματικούς δυικούς αριθμούς της Ι[8], με την αυθεντικότητα της λ[9] ενώ αγγίζει μόλις ακροθιγώς το ερώτημα αν η Κ και ο κατάλογος των νεών στη Β αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες.
    Ο Scott επιτίθεται δριμύτατα στους αναλυτικούς, στους οποίους δεν αναγνωρίζει την παραμικρή θετική συμβολή στην ομηρική έρευνα. Τα επιχειρήματα του συγγραφέως είναι τόσο συντριπτικά υπέρ της ομηρικής ενότητος ώστε θα μπορούσε να παραδεχθεί τα θετικά στοιχεία της ερεύνης τους – έστω το γεγονός ότι η αμφισβήτησή τους οδήγησε στη βαθύτερη μελέτη του Ομήρου. Δεν το κάνει όμως. Επιτίθεται ασταμάτητα χωρίς να αφήνει τους κριτικούς να πάρουν ανάσα. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Τα αναλυτικά επιχειρήματα που επιλέγει να παρουσιάσει είναι συχνά τόσο ανόητα και ο τρόπος που τα αντικρούει τόσο επιδεικτικός ώστε ο αναγνώστης καταλήγει ότι όλοι οι κριτικοί απλώς αποτελούν μια ομάδα αφελών (στην καλλίτερη περίπτωση βέβαια…). Καταφέρνει να δημιουργήσει δηλαδή την εντύπωση ότι οι κριτικοί ασχολούνται με ασήμαντα ζητήματα.

    Πάντα πρέπει να κρίνουμε ένα βιβλίο αναλόγως της εποχής του και του σκοπού τον οποίο επιδιώκει ο συγγραφέας του. Ο Scott δεν ενδιαφέρεται τόσο να πείσει ότι τα επιχειρήματα των αναλυτικών είναι λανθασμένα όσο ότι η μεθοδολογία που χρησιμοποιούν είναι εσφαλμένη. Έπειτα από λεπτομερείς μελέτες ετών, αποδεικνύει ότι τα στατιστικά στοιχεία που επικαλούνταν οι κριτικοί για τη χρήση διαφόρων λέξεων ή γραμματικών τύπων, τα οποία ισχυρίζονταν πως αποδεικνύουν ότι κάποια χωρία είναι μεταγενέστερα ή ανήκουν σε διαφορετικούς ποιητές, είναι απλώς εσφαλμένα – οι κριτικοί έχουν κάνει λάθος στο μέτρημα. Τη στατιστική του αυτή μελέτη ο ίδιος ο Scott δεν τη θεωρεί σημαντική για ένα ποίημα, εν τούτοις αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι οι κριτικοί δεν εφήρμοζαν την αυστηρή επιστημονική μέθοδο στα έργα τους. Προσπαθώντας να αποδομήσει τα αναλυτικά επιχειρήματα όμως, ο Scott αποδεικνύει en passant και κάτι άλλο, ιδιαιτέρως σημαντικό, ότι η γλώσσα της Ιλιάδος δεν περιέχει σημαντικές διαφορές από τη γλώσσα της Οδύσσειας, γεγονός το οποίο τοποθετεί τη σύνθεση αμφοτέρων στην ίδια εποχή.

    Επί πλέον, ο Scott επισημαίνει ότι ο Όμηρος είναι ποιητής, όχι χρονογράφος ή ιστορικός, επομένως ως ποιητής πρέπει να κριθεί. Ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησαν να τον αποδομήσουν οι κριτικοί, στερεί από τον Όμηρο την πεμπτουσία του, την ποίηση. Ο τάδε κριτικός θεωρεί ότι η αυθεντική Ιλιάς αποτελείται από 2.000 στίχους ενώ ο δείνα από 1.500 στίχους κ.ο.κ. Κάποιος μάλιστα θεωρεί ολόκληρη την Χ, όπου περιγράφεται ο θάνατος του Έκτορος, μεταγενέστερη. Δεν υπάρχει ούτε ένας ομηρικός στίχος ο οποίος να μην απορρίφθηκε σαν νόθος τουλάχιστον από δύο κριτικούς. Οι στίχοι που απορρίπτονται, κατά κανόνα θεωρούνται και κακής ποιότητος ποίηση. Και όμως, αναρωτιέται δικαίως ο Scott, δεν ήταν τα ποιήματα αυτά τα οποία ως σύνολο αποθέωσε σύσσωμη η ελληνική και λατινική διανόηση; Τόσο ανεπαρκείς κριτικοί ήταν οι Αριστοτέλης και Οράτιος;

    Ο Scott δεν προσεγγίζει τον Όμηρο σαν κυνηγός αναζητώντας σφάλματα αλλά σαν μαθητής ο οποίος προσπαθεί να κατανοήσει τον δάσκαλό του. Οι υψηλοί κριτικοί, αναζητώντας αντιφάσεις, αναλύοντας στατιστικά τα οποία βασίζονταν σε εσφαλμένα δεδομένα και ερμηνεύοντας τον Όμηρο με αυστηρότητα που αρμόζει σε επιστήμονα και όχι ποιητή, αποτυγχάνουν να αντιληφθούν τη δομή των δύο επών, η μελέτη της οποίας φανερώνει την ύπαρξη εσωτερικής ενότητος. Είναι η δομή η οποία ενώνει τα επί μέρους επεισόδια, είναι ο χαρακτήρας κάθε προσώπου ο οποίος παραμένει αναλλοίωτος σε όλη τη διάρκεια του ποιήματος, είναι ο τρόπος με τον οποίο όλη η πλοκή εξυπηρετεί τον σκοπό του ποιητού, που πείθουν τον Scott για την ομηρική ενότητα.

    Ο λόγος του Scott είναι ασυνήθιστα οξύς για επιστήμονα όταν αναφέρεται στους υψηλούς κριτικούς. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι κριτικοί επεδείκνυαν κατά κανόνα μεγάλη περιφρόνηση για τους ενωτικούς. Ήταν τόσο πολυάριθμα τα έργα των αναλυτικών, τα περισσότερα εκ των οποίων αποδείχθηκαν ότι είχαν σαθρά θεμέλια, ώστε δεν τον ενδιέφερε να είναι δίκαιος με τον αντίπαλο και να του αναγνωρίσει μια έστω και μικρή προσφορά στην ομηρική γραμματεία – γιατί άλλωστε, αφ’ ου ο αντίπαλος περιφρονούσε τους ενωτικούς;

    Ο Scott δεν γράφει με την αμεροληψία δικαστού αλλά με το πάθος δικηγόρου – είναι αλήθεια ότι δεν παρουσιάζει και τις δύο απόψεις του ζητήματος. Ο Scott όμως, απαιτεί μια δίκαιη δίκη για τον Όμηρο, να παραμείνει δηλαδή αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Πώς είναι δυνατόν να μην αμφέβαλε κανείς για την ενότητα του Ομήρου, διερωτάται ο Scott, επί είκοσι πέντε αιώνες και ξαφνικά οι κριτικοί να τον ανατέμνουν παρουσιάζοντας απόψεις οι οποίες είτε είναι λανθασμένες (π.χ. τα στατιστικά στοιχεία) είτε αλληλοαναιρούνται (π.χ. οι στίχοι που απορρίπτονται από τους κριτικούς). Για να μεταβληθεί η ομόφωνη άποψη είκοσι πέντε αιώνων πρέπει τα στοιχεία τα οποία παρουσιάζονται να είναι σαφή, αξιόπιστα και αναντίρρητα. Αυτό ζητά μέσω του βιβλίου του ο Scott.
    Στον ενθουσιασμό του, ο Scott μερικές φορές φαίνεται να υπερβάλει. Για παράδειγμα, στο 2ο κεφάλαιο, όταν αναφέρεται στην πρεσβεία των Αθηναίων στις Συρακούσες, γράφει ότι χρησιμοποίησε ομηρικούς στίχους η γνησιότητα των οποίων αργότερα αμφισβητήθηκε (Β 557-558), αλλά ο Ηρόδοτος δεν αναφέρεται στους συγκεκριμένους στίχους. Σε κάποια σημεία είναι ασαφής, όπως στο 1ο κεφάλαιο όταν τοποθετεί τον Όμηρο περί το 900 π.Χ. ενώ στο 7ο κεφάλαιο τον θεωρεί λίγο αρχαιότερο του Ησιόδου. Προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα για τους ακροατές του Ομήρου βάσει του γούστου των Αθηναίων θεατών του Διονυσιακού θεάτρου κατά τον 5ο αιώνα (2ο κεφάλαιο), πρακτική μάλλον επικίνδυνη, ενώ η ανάλυσή του για το χωρίο του Αιλιανού το οποίο οι κριτικοί ισχυρίζονται ότι αποδεικνύει ότι ο Πίνδαρος θεωρούσε τον Όμηρο ποιητή των «Κυπρίων» (1ο κεφάλαιο) είναι ανεπαρκής.

    Τα ανωτέρω ζητήματα όμως, είναι ελάχιστα, εμφανίζονται σε λίγα μόνον σημεία του βιβλίου και δεν επηρεάζουν σε κανέναν βαθμό την ανάλυση του συγγραφέως. Η προσέγγιση του Scott είναι ρωμαλέα, έχει βαθιά πεποίθηση όσων υποστηρίζει και καταρρίπτει με μεγάλη φυσικότητα και ευκολία μερικά από τα βασικά επιχειρήματα των αναλυτικών. Σε κάθε περίπτωση, η συστηματική μελέτη των στατιστικών τα οποία χρησιμοποιούσαν οι αναλυτικοί (3ο κεφάλαιο) αποδομεί μεγάλο μέρος της μεθοδολογίας τους, οι λεπτές ομοιότητες στην απόδοση των χαρακτήρων της Ελένης και κυρίως του Οδυσσέως και στα δύο έπη (6ο κεφάλαιο) δύσκολα θα μπορούσαν να αποδοθούν τόσο πιστά από δύο διαφορετικούς συγγραφείς, οι θεωρίες του για τον Έκτορα (7ο κεφάλαιο) και για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι χαρακτήρες στα έπη (5ο κεφάλαιο) από μόνες τους αρκούν ώστε να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του ενώ η σύγκριση Ιλιάδος και Οδύσσειας (8ο κεφάλαιο) φανερώνει πόσα πολλά και σημαντικά κοινά στοιχεία τα δύο έπη μοιράζονται καθώς και το πόσες πολλές και σημαντικές διαφορές έχουν από το σύνολο της μεταγενέστερης ελληνικής ποιήσεως.

Τίθεται, βέβαια, το ερώτημα, γιατί να ενδιαφερόμαστε σήμερα να διαβάσουμε μια μελέτη για την ενότητα του Ομήρου από τη στιγμή που το ομηρικό ζήτημα θεωρείται ότι έχει επιλυθεί εδώ και αρκετές δεκαετίες. Κατ’ αρχάς, εξακολουθούν να υπάρχουν μερικά ζητήματα, ήσσονος σημασίας, τα οποία προβληματίζουν, όπως το ζήτημα του Πυλαιμένους (5ο κεφάλαιο). Εκ δευτέρου, ο Scott παραθέτει λεπτομερώς την ιστορία του ομηρικού ζητήματος. Αναφέρει όχι μόνον τα επιχειρήματα των αναλυτικών αλλά και την προχειρότητα με την οποία οικοδομήθηκαν ακόμη και από μεγάλους φιλολόγους. Παρουσιάζει ανάγλυφα την προσπάθεια καταστροφής του ομηρικού λόγου από τους κριτικούς – η οποία προσωπικώς με συγκλόνισε. Τα ζητήματα αυτά είναι σχεδόν άγνωστα σήμερα και πιστεύω ότι αξίζει να αντιληφθούμε από πιο κίνδυνο απειλήθηκε ο Όμηρος, και κατά προέκταση η ελληνική γραμματεία.

    Ο σημαντικότερος λόγος όμως, είναι ότι η υψηλή κριτική ανάγκασε τους ενωτικούς να μελετήσουν ξανά και σε πολύ μεγάλο βάθος τα ομηρικά έπη προκειμένου να απαντήσουν στα αναλυτικά επιχειρήματα. Από τη μελέτη αυτή εξήχθησαν συμπεράσματα τα οποία δεν απέδειξαν απλώς την ενότητα των ποιημάτων αλλά επιβεβαίωσαν – σε άλλο όμως, πολύ ανώτερο επίπεδο – τη μεγαλοφυΐα του Ομήρου. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο Όμηρος χρωστά χάρη στους κριτικούς διότι δύσκολα θα είχε μελετηθεί με τόση μεγάλη προσοχή και σε τόση μεγάλη έκταση όχι μόνον κάθε στίχος αλλά και το έργο του ως σύνολο αν δεν έπρεπε να απαντηθεί η πολεμική των αναλυτικών. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Scott στο βιβλίο του προβαίνει σε βαθιά και πολυεπίπεδη ανάλυση των ομηρικών επών, η οποία εξακολουθεί να εντυπωσιάζει με την εμβρίθεια και πολυμάθεια του συγγραφέως.
    Το επόμενο παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό (4ο κεφάλαιο). Οι Finsler και Wilamowitz ισχυρίστηκαν ότι, βάσει εσωτερικών στοιχείων της Οδύσσειας, οι τέσσερις πρώτες ραψωδίες πρέπει να τοποθετηθούν στο θέρος ενώ η επίσκεψη του Οδυσσέως στους Φαίακες στο τέλος φθινοπώρου. Οι κριτικοί λοιπόν, εφ’ όσον η Οδύσσεια διαρκεί μόνον περί τις σαράντα ημέρες, κατέληξαν ότι δεν μπορεί να συνέθεσε ένας μόνον ποιητής το έπος, επομένως η Οδύσσεια αποτελεί αμάλγαμα ενός ποιήματος το οποίο διαδραματίζεται το θέρος και ενός το οποίο διαδραματίζεται στο τέλος του φθινοπώρου.
    Η επιχειρηματολογία των κριτικών στο ζήτημα αυτό είναι τουλάχιστον εξεζητημένη διότι κανείς ποιητής δεν πρόκειται να ασχοληθεί λεπτομερώς με τον καιρό. Εν τούτοις, ο Scott αποφάσισε να μελετήσει αυτό το παράδοξο επιχείρημα. Το γεγονός ότι η επίσκεψη του Οδυσσέως στους Φαίακες πραγματοποιείται στο τέλος φθινοπώρου, βασίστηκε σε έναν στίχο ο οποίος αναφέρεται στα άστρα που έβλεπε το βράδυ ο Οδυσσεύς. Ο Scott ζήτησε από τον διευθυντή του Αστεροσκοπείου να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία την εποχή του Ομήρου και έλαβε την απάντηση ότι πρόκειται για την περίοδο μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου και 21ης Οκτωβρίου, δηλαδή τουλάχιστον έναν μήνα νωρίτερα από την ημερομηνία των κριτικών. Το λάθος έγκειται στο γεγονός ότι οι Finsler και Wilamowitz υπολόγισαν την ημερομηνία όχι βάσει του ελληνικού γεωγραφικού πλάτους της εποχής του Ομήρου αλλά βάσει του γεωγραφικού πλάτους του Βερολίνου της ιδικής τους εποχής.
    Το σφάλμα αυτό δείχνει την επιπολαιότητα των κριτικών, αλλά χωρίς την επιπολαιότητα αυτή δεν θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε το γεγονός ότι ο Όμηρος διέθετε πλήρη επίγνωση της εποχής του χρόνου την οποία περιγράφει, όπως σχετικώς αναλύει ο Scott.
    Έναν περίπου αιώνα μετά τη δημοσίευση του βιβλίου, είναι προφανές ότι κάποιες απόψεις και επί μέρους συμπεράσματα του Scott χρειάζονται διόρθωση ή συμπλήρωση. Εν τούτοις, καμία από τις βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται το έργο δεν αποδείχθηκε εσφαλμένη ούτε έχει έως σήμερα ξεπεραστεί. Ένας αιώνας ερεύνης ο οποίος μεσολάβησε της εκδόσεως του βιβλίου[10], απλώς ενδυνάμωσε τις αρχές αυτές στο σημείο ώστε να θεωρείται σήμερα σχεδόν από το σύνολο της επιστημονικής κοινότητος ότι η Ιλιάς και η Οδύσσεια αποτελούν ενιαία έργα.

Οι δυσχέρειες τις οποίες αντιμετώπισα στη μετάφραση και επιμέλεια του βιβλίου ήταν αρκετές. Η βασικότερη είναι ότι το κείμενο συντάχθηκε προκειμένου να εκφωνηθεί. Φαίνεται ότι ο Scott παρέδωσε το κείμενο όπως εκφωνήθηκε με ελάχιστες προσθήκες ή διορθώσεις, γι’ αυτό άλλωστε απουσιάζουν υποσημειώσεις και βιβλιογραφία. Εφ’ όσον το κείμενο προοριζόταν να εκφωνηθεί, τα χωρία των αρχαίων συγγραφέων παρατίθενται κατά κανόνα σε αγγλική μετάφραση ενώ σπανίως ο Scott παραπέμπει στην αρίθμηση του χωρίου (συχνά δεν αναφέρει καν τον τίτλο του έργου, μερικές φορές ούτε τον συγγραφέα).
    Επειδή η μετάφρασή μου απευθύνεται στον Έλληνα αναγνώστη, έκρινα σκόπιμο να μην μεταφράσω τα αρχαία χωρία κατ’ ευθείαν από την αγγλική μετάφραση του Scott στη νέα ελληνική, αλλά να παραθέσω αυτούσια τα αρχαία κείμενα και να επιχειρήσω να τα αποδώσω στη νέα ελληνική κατ’ ευθείαν από την αρχαία. Έπρεπε λοιπόν, να αναζητήσω τα αρχαία κείμενα. Μερικές φορές αυτό ήταν εύκολο, όπως όταν παραθέτει τη συνομιλία Πριάμου και Ελένης από την «Τειχοσκοπία» η οποία είναι πολύ γνωστή. Άλλες φορές όμως, η ανεύρεση του πρωτοτύπου υπήρξε ιδιαιτέρως δυσχερής όπως στο 8ο κεφάλαιο όπου παραθέτει δύο αρχαίες επιγραφές χωρίς να παραπέμπει ούτε στη συλλογή ούτε στην αρίθμησή τους ή στο 1ο κεφάλαιο όταν παραθέτει ένα σχόλιο του Πρόκλου το οποίο όμως δεν απαντά στη σωζομένη «Χριστομάθεια» αλλά στον Φώτιο· αναγκάστηκα να αφιερώσω πολύ χρόνο προκειμένου να εντοπίσω τις παραπομπές. Όλες οι σημειώσεις εντός αγκυλών ([]) ανήκουν σε εμένα. Υπάρχουν δύο χωρία τα οποία δεν κατάφερα να εντοπίσω, επομένως τα μεταφράζω από την αγγλική μετάφραση του Scott.
    Πλην των χωρίων τα οποία μεταφράζει, ο Scott σπανίως παραπέμπει και στα διάφορα αποσπάσματα στα οποία αναφέρεται (χωρίς να μεταφράζει). Και εδώ ισχύουν όσα προηγουμένως ανέφερα. Υπάρχουν πολύ γνωστά αποσπάσματα, όπως ο αποχαιρετισμός Έκτορος και Ανδρομάχης, αλλά υπάρχουν και λιγότερο γνωστά, όπως στο 1ο κεφάλαιο όταν αναφέρεται σε κάποιο απόσπασμα του Αριστοφάνους. Το ουσιαστικό πρόβλημα υπήρξε ότι, χωρίς να διαβάσω το απόσπασμα στο οποίο παραπέμπει, υπήρχε ο κίνδυνος να μεταφράσω λανθασμένως το κείμενο του Scott. Για τον λόγο αυτό, παραθέτω μέσα σε αγκύλες ([]) τις σχετικές παραπομπές στα αρχαία κείμενα.
    Οι μεταφράσεις του Scott είναι συχνά μπερδεμένες. Συνήθως απουσιάζουν λέξεις ή ακόμη και ολόκληροι στίχοι. Ο Scott απλώς μετέφραζε τα σημεία τα οποία επιθυμούσε να προσέξουν οι ακροατές του. Παρόμοια πρακτική ενδείκνυται στον προφορικό λόγο, όχι όμως και στον γραπτό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, παραθέτουμε ολόκληρο το αρχαίο κείμενο και όχι μόνον το απόσπασμα το οποίο μεταφράζει ο Scott.
    Καθώς ο Scott υπήρξε αυθεντία στον Όμηρο, φαίνεται ότι εμπιστευόταν τη μνήμη του χωρίς να συμβουλεύεται πάντα το κείμενο οπότε ενίοτε υποπίπτει σε σφάλματα. Όπου ήταν φανερό ότι οφείλονταν σε αβλεψία, τα διόρθωσα[11]. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις δεν μετέβαλα το κείμενο αλλά, σε κάποια σημεία όπου πιστεύω ότι η αναφορά του Scott είναι πράγματι εσφαλμένη, το επισημαίνω σε υποσημείωση.

    Μεγάλο μέρος του βιβλίου βασίζεται σε προηγούμενες μελέτες του Scott τις οποίες συχνά δεν αναφέρει στις υποσημειώσεις του. Εντόπισα (αν όχι όλες, τουλάχιστον) τις περισσότερες σχετικές μελέτες στις οποίες παραπέμπω και προσθέτω σε υποσημειώσεις μερικά σημεία τους τα οποία παρέλειψε ο Scott αλλά θεωρώ ενδιαφέροντα. Όπου αναφέρεται κάποιο άρθρο χωρίς το όνομα του συγγραφέως του, αυτός εννοείται ότι πρόκειται για τον Scott.
    Όπως προανέφερα, οι βιβλιογραφικές παραπομπές του Scott είναι εξαιρετικώς φειδωλές. Επί πλέον, δεν είναι πλήρεις καθώς σπανίως αναφέρει τον τόπο και χρόνο εκδόσεως ενώ ενίοτε περιέχουν και άλλες ελλείψεις. Μεταφράζω τις παραπομπές ακριβώς όπως υπάρχουν στο πρωτότυπο και προβαίνω σε συμπληρώσεις μόνον αν το κρίνω απολύτως αναγκαίο.

    Ο Scott αντί των ελληνικών όρων αοιδός και ραψωδός χρησιμοποιεί τον μεσαιωνικό όρο βάρδος. Ο βάρδος αρχικώς ήταν ένας αοιδός, δηλαδή ποιητής ο οποίος συνέθετε ή αυτοσχεδίαζε και τραγουδούσε τα ποιήματά του παίζοντας λύρα. Διαφέρει από τον ραψωδό διότι αυτός μόνον απαγγέλει ήδη υπάρχοντα ποιήματα. Σταδιακώς, ο όρος βάρδος άρχισε να χρησιμοποιείται στον μεσαίωνα και για όσους τραγουδούσαν υπάρχοντα τραγούδια. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Scott δεν διακρίνει μεταξύ αοιδού και ραψωδού, χρησιμοποιώντας αποκλειστικώς τον όρο βάρδος.

    Μετέφρασα σχεδόν ολόκληρο το βιβλίο, παραλείποντας μόνον ελάχιστα αποσπάσματα του 1ου και 2ου κεφαλαίου τα οποία υποδεικνύονται με αγκύλες ([…]). Τα αποσπάσματα αυτά είτε θεωρούνται σήμερα ξεπερασμένα είτε είναι δύσκολο να μεταφραστούν στην ελληνική διατηρώντας το νόημά τους, όπως στο 2ο κεφάλαιο όπου παραλείπω την παράθεση μερικών στίχων του Milton όπως τους τροποποίησε ο Bentley. Τα ελάχιστα αυτά κομμάτια τα οποία παραλείπονται δεν αλλοιώνουν, βέβαια, την ουσία του βιβλίου.

    Η πρωτότυπη έκδοση δεν περιέχει εικόνες. Εν τούτοις προσέθεσα τέσσερις εικόνες στο τέλος του 4ου κεφαλαίου διότι αναφέρεται σε αυτές ο Scott, προς διευκόλυνση του αναγνώστου. Επίσης, έκρινα σκόπιμο να παραθέσω μια μικρή περίληψη κάθε κεφαλαίου στην αρχή του.
    Σε αυτό το σημείο νιώθω την ανάγκη να απολογηθώ στον αναγνώστη για τις μεταφράσεις μου από την αρχαία ελληνική. Αν και παραθέτω τα αρχαία κείμενα, σκέφθηκα ότι θα ήταν καλό να παραθέσω και μια νεοελληνική τους απόδοση προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η ανάγνωση. Όλα τα αρχαία κείμενα έχουν αποδοθεί στη νέα από εμένα. Δυστυχώς, μόνον όταν είχε προχωρήσει αρκετά το έργο συνειδητοποίησα πόσο περίπλοκη είναι η απόδοση των ομηρικών επών, αλλά στο σημείο εκείνο δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Για την Ιλιάδα υπάρχει το πολύ χρήσιμο έργο του John James Jackson, The Iliad of Homer: a parsed interlinear text, 2008, το οποίο με βοήθησε πολύ στην απόδοση των χωρίων της Ιλιάδος. Παρακαλώ τον ευμενή αναγνώστη να διορθώσει τα λάθη και τις παραλείψεις μου.

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αυτή εισαγωγή, είμαι βέβαιος ότι αν ζούσε ο John Scott θα υποδεχόταν με μεγάλο ενθουσιασμό τη μετάφραση του σημαντικοτέρου έργου του στη γλώσσα του Ομήρου.


Βιβλιοκριτικές

Babbitt, Frank Cole, The Classical Journal, 17 (1922), 475-477,
Bassett, Samuel E., The American Journal of Philology, 43 (1922), 177-181,
Dow, Sterling, Fifty years of Sathers, Berkeley 1965, 7-10,
Drerup, Engelbert, Philologische Wochenschrift, 42 (1922), 505-517,
E. H. A., Hermathena, 20 (1926), 204-205,
Robinson, David M., The Classical Weekly, 16 (1923), 212-214,
Roussel, Pierre, Revue des Études Anciennes, 24 (1922), 173-175,
Sheppard [Sir] J. T., The Classical Review, 36 (1922), 169-170,
The Journal of Hellenic Studies, 42 (1922), 114.


Σημειώσεις

Το κείμενο το οποίο βρίσκεται εντός αγκυλών ([]) έχει συμπληρωθεί από τον επιμελητή. Οι σύντομες περιλήψεις που βρίσκονται στην αρχή κάθε κεφαλαίου ανήκουν επίσης στον επιμελητή.
Το σύμβολο […] σημαίνει ότι δεν μεταφράζεται κάποιο απόσπασμα της πρωτοτύπου αγγλικής εκδόσεως.
Οι ραψωδίες της Ιλιάδος αναφέρονται με κεφαλαία γράμματα ενώ της Οδύσσειας με μικρά.
Τα άρθρα στα οποία παραπέμπουμε χωρίς να αναφέρουμε το όνομα του συγγραφέως, εννοείται ότι δημοσιεύθηκαν από τον Scott.
Οι εικόνες οι οποίες δημοσιεύονται στο τέταρτο κεφάλαιο δεν υπάρχουν στην αγγλική έκδοση.



[1] Victor Hugo, William Shakespeare, Hachette, Παρίσι 1880, σελ. 34-35.
[2] Όπως σημειώνει ο Sterling Dow, Fifty years of Sathers, Berkeley 1965, σελ. 7. Από το βιβλίο του Dow αντλούμε πληροφορίες και για την έδρα Sather και για τον ίδιο τον Scott. Για περισσότερες βιογραφικές λεπτομέρειες βλ. American National Biography Online.
[3] Martin West, “The Homeric Question today”, Proceedings of the American Philosophical Society, 155 (2011), 383-393. Ο West αναφέρει ότι σχεδόν όλοι συμφωνούν σήμερα ότι μόνον η «Δολώνεια» (η ραψωδία Κ της Ιλιάδος) αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη. Οι αναλυτικοί, βέβαια, δεν εξαφανίστηκαν και συνεχίζουν να εκδίδονται έργα τους. Σε γενικές γραμμές όμως, οι μελετητές υποστηρίζουν σήμερα την αναλυτική άποψη κυρίως στην Οδύσσεια.
[4] Κατά τη δεκαετία του 1940 δημιουργήθηκε η νεοαναλυτική σχολή, την οποία θεμελίωσε ο Ιωάννης Κακριδής. Η σχολή αυτή δεν αμφισβητεί την ενότητα των ομηρικών επών αλλά ασχολείται με το κατά πόσον ο Όμηρος αντέγραψε ή εμπνεύστηκε από παλαιότερές ιστορίες οι οποίες ήδη υπήρχαν στον Επικό Κύκλο.
[5] Οι αναλυτικοί επανήλθαν στο προσκήνιο στο μέσον του 20ού αιώνος, ασχολούμενοι κυρίως με ζητήματα κριτικής μελέτης του ομηρικού κειμένου, στον οποίο τομέα η συμβολή τους υπήρξε αξιόλογη. Το αντιπροσωπευτικότερο έργο τους είναι ίσως «Η ομηρική Οδύσσεια» (ελληνική έκδοση Παπαδήμας 1970), του Denys Page, ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα μελέτη (και αρκετά σαρκαστική σε μερικά σημεία) η οποία εξακολουθεί να διαβάζεται άνετα και να προβληματίζει τον αναγνώστη.
[6] Βλ. σχετικώς το ενδιαφέρον άρθρο του, “The reasons which have convinced me of Homeric unity”, The Classical Journal, 15 (1920), 326-339.
[7] E. R. Dodds, “Homer”, στο Irene J. F. de Jong (επιμέλεια), Homer: critical assessments, Routledge, Λονδίνο 1999, τ. Α΄, σελ. 10.
[8] [Sir] Denys Page, «Η Ιλιάς και η ιστορία» (ελληνική έκδοση Παπαδήμας 1968), σελ. 335-361 (πρόκειται για τον 31ο τόμο των Sather Classical Lectures). Ο Scott αναφέρεται πάντως στους δυικούς στο: “Phoenix in the Iliad”, The American Journal of Philology, 33 (1912), 68-77.
[9] Page, «Η ομηρική Οδύσσεια» ό.π., σελ. 28 επ.
[10] Θα αναφέρω μόνον τις μελέτες του Milman Parry (1902-1935), ο οποίος ήταν προπτυχιακός φοιτητής στο Berkeley όταν κατείχε την έδρα Sather ο Scott και πιθανότατα παρακολούθησε τις διαλέξεις του.
[11] Για παράδειγμα, στο 7ο κεφάλαιο αναφέρει ότι ο Μέδων ήταν νόθος γιος του Αίαντος του Οϊλέως ενώ στην πραγματικότητα (όπως αναφέρει ο ίδιος ο Όμηρος Ο 333) ήταν νόθος γιος του Οϊλέως και ως εκ τούτου ετεροθαλής αδελφός του Αίαντος. Παρόμοια σφάλματα εκ προφανούς παραδρομής σπανίως απαντούν αλλά δεν αλλοιώνουν το νόημα του κειμένου. 

Σχόλια

"Encompass worlds but do not try to encompass me..."

Walt Whitmann

Όλα τα θέματα του ιστολογίου

Εμφάνιση περισσότερων