Ἡ Ἡρωὶς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως[1]

γράφει ο Γιώργος Τσερεβελάκης

I. Ο συγγραφέας και το έργο

Ο Στέφανος Ξένος, γόνος παλιάς εμπορικής οικογένειας από την Πάτμο, γεννήθηκε στη Σμύρνη την 13η Μαρτίου 1821. Μετά το πέρας των εγκυκλίων σπουδών του στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, φοίτησε στην Σχολή Ευελπίδων, χωρίς όμως να ακολουθήσει το επάγγελμα τού στρατιωτικού. Το 1847 εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, όπου ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις. Όλες του όμως οι επιχειρηματικές δραστηριότητες ναυάγησαν και οδηγήθηκε σε οικονομική κατάρρευση. Παρά τις κακοτυχίες του, ο Ξένος επεδίωξε να έχει ενεργό ρόλο στην κοινωνική και πολιτική ζωή του ελληνισμού που διαβιούσε στην Αγγλία, προξενώντας όμως πολλές αντιδράσεις, λόγω του παρορμητισμού του. Συμμετείχε στην οργάνωση τής ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου και στις πολιτικές διαμάχες κατά του Όθωνος. Έλαβε μέρος στις κινητοποιήσεις για το Κρητικό Ζήτημα, ιδρύοντας πατριωτικές οργανώσεις και αποστέλλοντας εφόδια στην Κρήτη. Αφού ανέπτυξε πλούσια κοινωνική και πολιτική δράση πέθανε την 4η Ιουλίου 1894 σε ηλικία 71 ετών. 



            Από τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στην Αγγλία ο Ξένος ενδιαφέρθηκε πολύ για τα επιτεύγματα των προηγμένων κρατών της Δύσης. Θεωρούσε ότι η ελληνική κοινωνία θα μπορούσε να εκσυγχρονισθεί, εάν σταδιακά εξοικειωνόταν με όσα συνέβαιναν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο Ξένος εκτιμούσε τα γεγονότα ιδωμένα μέσα στην ιστορική τους προοπτική. Τα ιστορικά και πολιτικά του έργα που εκδόθηκαν στα αγγλικά χαρακτηρίζονται από την ίδια φιλοσοφία. Παράλληλα, εμφορείτο από ένα φλογερό πατριωτισμό, από την μια πλευρά, και, από την άλλη, επιθυμούσε να έχει ενεργό ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής του. Ο πατριωτισμός του ήταν εμφανής από τον τρόπο που εξέθετε την ιδεολογία του στα δημοσιεύματά του και από την έμπνευση που αντλούσε από την ελληνική ιστορία, και μάλιστα από τα πρόσφατα γεγονότα τής Επανάστασης του 1821. Φιλοδοξούσε να κάνει αισθητή την παρουσία του παντού και να συμμετέχει έτσι στα ιστορικά δρώμενα. Έτσι, τα περισσότερα έργα του έχουν έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο. Αρχικά, δίδει έμφαση στα ιστορικά θέματα, αλλά σταδιακά στρέφεται προς τον κοινωνικό προβληματισμό.

     Θέλοντας να πληροφορήσει με επάρκεια τον αναγνώστη και να αξιοποιήσει το υλικό που

συγκέντρωσε, δεν επεξεργάζεται την μορφή των έργων του, η οποία παραμένει ατελής. Με την φαντασία του όμως και την εφευρετικότητά του δημιουργεί πολύπλοκες ιστορίες οδυσσειακού τύπου, που είναι πολύ συναρπαστικές καθώς συνδέονται με αριστοτεχνικό τρόπο οι πλασματικοί ήρωες με τα υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα. Παρά όμως τα χαρίσματα τής γραφής του, υπερβαίνει το μέτρο και προβαίνει σε εκτεταμένες ιστορικές αναφορές και σε παρεκβάσεις που παρέλκουν. Το πιο επιτυχημένο και δημοφιλές από τα έργα του ήταν η Ἡρωὶς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Η εξαιρετική επιτυχία του έργου οφειλόταν στο ότι, πρώτον, πραγματευόταν ένα θέμα αρκετά προσφιλές για το αναγνωστικό κοινό της εποχής του. Υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που είχαν ζήσει τα γεγονότα της επανάστασης του 1821, αλλά και αρκετοί νεώτεροι που επιθυμούσαν να μάθουν. Ακόμη η Ἡρωὶς, με την πληθώρα των ιστορικών πληροφοριών που περιείχε, μπορούσε να διαβασθεί και ως ιστορικό βιβλίο.   

Το χρονικό πλαίσιο τής αφήγησης το ορίζουν η αρχή και το τέλος του Απελευθερωτικού Αγώνα του 1821. Η αφήγηση, όμως, ξεκινά από πριν, από το 1819, όταν τα τρία πρωτεύοντα πρόσωπα τής ιστορίας, η Ανδρονίκη, ο Θρασύβουλος και ο Βάρθακας συναντιούνται στην Δημητσάνα και αρχίζουν να πλέκουν την ιστορία τους. Επίσης, η αφήγηση προχωρά χρονικά και πέρα από το τέλος του Αγώνα, έως το 1833, όταν η Ανδρονίκη (που είναι η Ἡρωὶς) πεθαίνει σε ένα μοναστήρι της Μόσχας. Από την αρχή του έργου ο Ξένος συμπλέκει την μυθοπλασία και την ιστορία. Η μέθοδος αυτή θα εφαρμοσθεί σε ολόκληρη την αφήγηση. Έτσι ο αναγνώστης παρακολουθεί εκ των ένδον τα γεγονότα της Επανάστασης, νιώθοντας ότι συμμετέχει σε αυτά. Η αφήγηση τού Ξένου έχει επιφανειακά ρομαντικό περιεχόμενο και, φυσικά, όλες τις συνεπαγόμενες υπερβολές.
             Στα αρνητικά σημεία του έργου ανήκουν οι μακροσκελείς ιστορικοί σχολιασμοί, οι οποίοι δεν δημιουργούν λογοτεχνικό βάθος αλλά εξυπηρετούν την τάση για την ταυτόχρονη σύνθεση μιας ιστορικής μονογραφίας που να συνδυάζει μυθιστορηματική γραφή και ιστορική πληροφορία. Επίσης, οι ειδικές ιστοριογραφικές σημειώσεις και τα διάφορα συμπληρωματικά επίμετρα επιβαρύνουν και ζημιώνουν την ροή της αφήγησης, καθιστώντας το κείμενο φορτικό για τον αναγνώστη.[2] Το ίδιο κουραστική είναι και η επίδειξη αρχαιογνωσίας κατά την εξιστόρηση των περιηγήσεων των ηρώων στα ιστορικά μέρη της Ελλάδας. 

            Δεδομένων όλων αυτών, άποψή μας είναι ότι ο Ξένος, ακολουθώντας το ρεύμα του ιστορισμού που υπήρχε στην εποχή του, συνέγραψε μια μυθιστορηματική ιστορία της ελληνικής επανάστασης, αφού ήταν θέμα επίκαιρο στον καιρό του. Το έργο, κατά την γνώμη μας, έχει δεχθεί επιρροές από τον Scott,[3] και δύναται να χαρακτηρισθεί «ιστορικό μυθιστόρημα», παρά το ότι υπάρχει μικρή χρονική απόσταση που χωρίζει τα περιγραφόμενα γεγονότα από την χρονολογία συγγραφής τους. Είναι μια μυθιστορηματική ιστορία του 1821, ένα είδος μικτό, που έχει ως στόχο την εκπλήρωση τού τερπνού (μυθοπλασία) και του ωφελίμου (ιστορική γνώση). Η παρουσία του Ομήρου μέσα στο κείμενο είναι ενδεικτική για την ιδεολογία του Ξένου ότι τα ομηρικά έπη είναι το βασικό μορφωτικό πρότυπο για τον ελληνισμό, όπως είχε διδάξει ο Κοραής, αλλά επίσης καθιστούν το ιστορικό παρελθόν ένα μύθο για το συγχρονικό παρόν του αναγνώστη. Ήθελε να δείξει ότι ο νέος ελληνισμός έχει κληρονομήσει το πνεύμα του αρχαίου κόσμου, απαντώντας έτσι στις επικρίσεις του Fallmerayer.[4] Η ρομαντική τεχνοτροπία στην απόδοση τού περιεχομένου αποσκοπεί στο να κάνει το έργο πιο προσιτό στους αναγνώστες της εποχής, που είχαν συνηθίσει συναφή αναγνώσματα.[5]   

            Ο Ξένος προσπαθεί εναγωνίως να αποδείξει ότι η νέα Ελλάδα είναι η φυσική συνέχεια τής αρχαίας· έτσι θέλει να αντιδράσει κατά των ανθελληνικών θεωριών του Fallmerayer. Όλες οι σελίδες της Ἡρωίδος βρίθουν αναφορών στην αρχαιότητα. Δίνουν την εντύπωση ιστορικής εγκυκλοπαιδείας με σκοπό την διαφώτιση τού Γένους. Η πρωταγωνίστριά του Ανδρονίκη επιβεβαιώνει αυτήν την συνέχεια και αυτόν τον σκοπό, αφού είναι βοσκοπούλα, διαβάζει Όμηρο στα όρη με τα ζώα της μέσα σε ένα αρκαδικό τοπίο και εν τέλει μεταμορφώνεται σε ένα φοβερό μαχητή που πολεμά στην Επανάσταση τού 1821. Προς αυτήν την κατεύθυνση βρίσκονται και οι παραθέσεις ομηρικών χωρίων ή μεμονωμένων στίχων, αφού ο Ξένος χρησιμοποιεί τον Όμηρο για να αποδείξει τη συνέχεια τού έθνους, δίδοντάς του ιστορική προοπτική. Το ομηρικό υλικό τού προσφέρει την δυνατότητα να καταδείξει μέσω μιας πρωτογενούς λογοτεχνικής πηγής την ιστορική καταγωγή των Ελλήνων και να αναγάγει τις καταβολές του στο μυθικό παρελθόν· έτσι επιτυγχάνει την αποκατάσταση τής διαχρονικής Ιστορίας του ελληνισμού. Ο Ξένος είναι ένας λογοτέχνης-ιστορικός και αυτό φαίνεται μέσα από το έργο του και τα εγγενή χαρακτηριστικά του. Οι αρχαιολογικές-ιστορικές πληροφορίες, με τις οποίες πλαισιώνει την κυρίως αφήγηση υπό την μορφή παραπομπών, μας οδηγούν στο να συνάγουμε ότι ο υπερβολικός του σχολαστικισμός αντικατοπτρίζει την σχολή των «ιστορικών-μυθιστοριογράφων» του Bulwer-Lytton.[6] Η εμμονή στην ιστορική ακρίβεια δεν επέτρεψε σε αυτήν την τάση να υπερισχύσει της αντίστοιχης του Walter Scott.   

            Σχετικά με την Ἡρωίδα έχουν υποστηριχθεί κατά καιρούς πολλές απόψεις από την κριτική, οι οποίες, με ελαφρές αποκλίσεις, συγκλίνουν στην άποψη ότι η κύρια επίδραση προέρχεται από τον Walter Scott.[7]   Η Σ. Ντενίση στο έργο της Το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα και ο Sir Walter Scott (1830-1880) αφιερώνει ένα εκτεταμένο μέρος για τις διακειμενικές σχέσεις της Ἡρωίδος με τον Scott.[8] Χαρακτηρίζει το έργο του ως μη ορθόδοξα ιστορικό,[9] αλλά εν γένει του αποδίδει πολλές ομοιότητες με το έργο του Άγγλου συγγραφέως. Η πολλαπλότητα τής ταυτότητας τής Ἡρωίδος θα γίνει πιο καταληπτή όταν θα μελετήσουμε τον ρόλο του ομηρικού υλικού μέσα στο αφηγηματολογικό πλαίσιο.[10]

II. Ο ιδεολογικός ρόλος του έπους

Sir Walter Scott
Το έργο ξεκινά λίγο πριν την έναρξη τής Επανάστασης και, αναφορικά με τον χρόνο συγγραφής, πολλοί θεωρούν ότι δεν εκπληροί τα χρονικά κριτήρια ώστε να λάβει την ονομασία «ιστορικό». Η Ἡρωὶς όμως ακολουθεί τους όρους του Walter Scott σε σχέση με την ιστορικότητα των καταστάσεων και των χαρακτήρων και γι’ αυτό μπορεί να ονομασθεί «ιστορικό»· άλλωστε, στο επίκεντρο ευρίσκεται η ίδια η Ιστορία και οι ήρωες υποτάσσονται στην νομοτέλειά της.    

Οι δύο βασικοί ήρωες τού έργου, ο Θρασύβουλος και η Ανδρονίκη, συναντώνται στη Δημητσάνα της ορεινής Πελοποννήσου σε ένα εντελώς αρκαδικό σκηνικό, το οποίο λειτουργεί προκριματικά ως προς την κατάρτιση τής ρομαντικής ατμόσφαιρας και προσδίδει στην Ανδρονίκη έναν τόνο ηρωικότητος εξ αρχής.[11] Η Ανδρονίκη βοσκούσε τα πρόβατά της σε ένα ωραίο βουκολικό σκηνικό, το οποίο είναι το καταλληλότερο σκηνικό για να προετοιμασθεί η ρομαντική εικόνα της συνάντησης των δύο νέων, αλλά ωστόσο είναι ένας χώρος παραδοσιακά «ανδρικός».[12] Η Ανδρονίκη παρουσιάζει μια εικόνα θεότητος και το όλο σκηνικό παραπέμπει στον νεοκλασικισμό που χαρακτήριζε το ενδιαφέρον των λογίων της εποχής. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Ανδρονίκη άρχισε να τραγουδά ένα άσμα του Ρήγα Φεραίου, για τον οποίον ο Ξένος μάς παραθέτει εν συντόμω σε υποσημείωση την βιογραφία του. Η παράθεση υποσημειώσεων θα συνεχισθεί στο υπόλοιπο έργο και έτσι καθίσταται ιδιαίτερα φορτική. Η πρακτική αυτή δεν συναντάται στον Scott, ο οποίος δεν βομβαρδίζει τον αναγνώστη με συνεχή ιστορική τεκμηρίωση για τα γραφόμενά του·[13] επειδή όμως το αγγλικό πρότυπο είναι ο γνώμονας στη συγγραφή του έργου, θα μπορούσε εκ προοιμίου να υποστηριχθεί ότι ο Στέφανος Ξένος μιμείται μεν τον Scott, αλλά με τις διάφορες αποκλίσεις που υιοθετεί έναντι τού Άγγλου συγγραφέως, απλώς προσπαθεί να τον συμπληρώσει στο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα του έργου· να είναι δηλαδή πληρέστερος αυτού αναφορικά με την μέθοδο συγγραφής.

Ένα άλλο σημείο το οποίο πρέπει εδώ να εξετασθεί είναι η επιλογή του ήρωος από τον συγγραφέα. Ο Ξένος χρησιμοποιεί το πρότυπο τού ήρωα του Scott, αλλά όχι την παθητική του πλευρά· τα συμφραζόμενα τής υπόθεσής του απαιτούν ένα ήρωα τολμηρό και ριψοκίνδυνο για λόγους εθνικούς. Η ελληνική ιστορική πραγματικότητα υπαγόρευαν ένα άλλο τύπο χαρακτήρα, πιο ρομαντικού και ιδεαλιστικού.[14] Βέβαια, προσπαθεί να είναι αντικειμενικός και ακριβής στις περιγραφές του, ακολουθώντας τις τακτικές του Scott
.[15]
Ενόσω διαρκούσε το τραγούδι της Ανδρονίκης, ο Θρασύβουλος, που κυνηγούσε στην άλλη μεριά της κοιλάδας, την άκουσε και γοητεύθηκε από το άσμα. Κατευθύνθηκε προς το μέρος της, αλλά η Ανδρονίκη δεν φοβήθηκε διόλου που τον αντίκρισε ξαφνικά. Η αγέρωχη στάση της θα μπορούσε να θυμίζει ιλιαδικό ήρωα έτοιμο να εισέλθει στη μάχη. Ο Θρασύβουλος θαύμασε την αφοβία της, καθώς και την υπέροχη ομορφιά της. Καθώς η βοσκοπούλα φεύγει από το σημείο συνάντησης, διαμείβεται μεταξύ των δύο νέων μία πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία:

«- Βοσκοποῦλα, στάσου, εἶπε πρὸς τὴν φεύγουσαν νέαν ὁ Θρασύβουλος… συγχώρησόν με διὰ τὴν ἐρώτησιν… γνωρίζεις ν’ ἀναγινώσκῃς;…
            - Χά! χά!... συγχώρησόν με διὰ τὸν γέλωτα… δύνασαι νὰ ἐννοήσῃς τὸ βιβλίον τοῦτο; ἀντηρώτησε· καὶ ἐκ τοῦ τρίβωνός της ἔλαβε καὶ ἔδειξε μικρὸν τομίδιον ἡ ποιμενίς.
            - Εἶναι αἱ ῥαψῳδίαι τῆς Ἰλιάδος!! Πῶς; σὺ βισκοποῦλα ἐννοεῖς τὸ βιβλίον τοῦτο; ἀνέκραξεν οὗτος ὀπισθοδρομῶν.
            - Μὰ τὴν Παναγίαν, κυνηγέ, ὁ Διογένης μὲ τὸν φανόν του ἂν ἀπήντα τὸν ἄνθρωπον ὃν ἐζήτει, τόσον ἔκπληκτος δὲν ἤθελε μείνει… Χαῖρε τῶν βροτῶν, ἄριστε, ὡς λέγει καὶ ὁ θεῖος οὗτος Ὅμηρος, ὑψηλοφώνως γελῶσα ἐπρόσθεσεν.»[16]
           
Αυτή η πρωταρχική συνάντηση τού ζευγαριού καταδεικνύει την επίμονη προσήλωση τού έργου στην κλασική αρχαιότητα και συγκεκριμένα στο αρχαίο έπος.[17] Η συνάντηση στα βουνά της Αρκαδίας, η εκτενής περιγραφή του βουκολικού σκηνικού και η αναφορά ότι οι κάτοικοι τής περιοχής λατρεύουν ακόμα την Άρτεμη και τον Πάνα δημιουργούν μια βουκολική ευτοπία,[18] μέσα στην οποία η Ανδρονίκη ομοιάζει με αρχαία θεότητα ή ορεσίβια νύμφη, αφού είναι ανδρεία και νικηφόρα-  άλλωστε, το μαρτυρεί και το ίδιο της το όνομα, «Ανδρονίκη, ανδρεία+νίκη». Η Ανδρονίκη με την αποκάλυψη τής Ιλιάδας προς τον Θρασύβουλο αποκαλύπτει την αρχαιομάθειά της και ταυτόχρονα αποτελεί μια κίνηση που φανερώνει τις ευρύτερες αισθητικές επιλογές του Ξένου.
         
   Η σύνολη προσωπικότητα τής Ανδρονίκης έχει υποκινήσει το ενδιαφέρον της κριτικής,[19] επειδή εξωτερικά φαίνεται να έχει ομοιότητες με τους ήρωες τού Walter Scott, ενώ αυτό δεν ισχύει εάν κάποιος εξετάσει βαθύτερα τις πράξεις της και τις ιδέες της. Η ευρυμάθεια τής Ανδρονίκης (η οποία γνωρίζει Όμηρο, Πίνδαρο, ιστορία και μυθολογία)[20] είναι αδύνατον να υπάρχει σε ήρωα, εάν συγκριθεί με τους ήρωες του Scott· οι ήρωες τού Scott αποκτούν αυτήν την παιδεία σε ένα ολότελα διαφορετικό περιβάλλον. Αν και το εν λόγω χωρίο στην Ἡρωίδα είναι χαμηλού λογοτεχνικού επιπέδου και κάπως ανοίκειο με το περιεχόμενο, η επίδειξη τού μικρού τομιδίου της Ιλιάδος προς τον Θρασύβουλο έχει πολλαπλή σημασία: επισημαίνει τον ρόλο του Ομήρου ως «κοινοῦ παιδευτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους», όπως πίστευε ο Κοραής,[21] και, επίσης, δίδει έμφαση στην πνευματική κληρονομιά που έχει αφήσει στην μοντέρνα Ελλάδα, με την έννοια ότι κάνει αισθητή την σχέση του έπους με το μυθιστόρημα· παράλληλα, η αναφορά της Ιλιάδος, ως γνησίου πολεμικού έπους, και της ανδρείας των ηρώων της λειτουργεί ως πρότυπο για τους Έλληνες μαχητές της Επανάστασης, οι οποίοι μέσα στην αφήγηση συχνά συγκρίνονται με τους ιλιαδικούς ήρωες.[22]

Επιπλέον, όμως η επίδειξη τού τομιδίου της Ιλιάδος επιτελεί και άλλες λειτουργίες, ιδωμένες μέσα στο προεκτεθέν πλαίσιο. Πρώτον, η επιλογή της Ιλιάδος και όχι της Οδύσσειας από τον συγγραφέα αποκαλύπτει την διάθεση τού γράφοντος να ταυτίσει  την Ανδρονίκη με τον κύριο ήρωα τής Ιλιάδος, τον Αχιλλέα, αναφορικά με την ανδρεία που πρόκειται η ίδια να δείξει κατά την εξέλιξη τής πλοκής. Παραλλήλως, ο συγγραφέας δομεί μια αμφίδρομη σχέση με την Ανδρονίκη, στην οποίαν εντοπίζεται η διάθεση και των δύο να προσφέρουν στον Απελευθερωτικό Αγώνα· ο ένας γίνεται το υποκατάστατο τού άλλου, όπως συμβαίνει με τον επικό ποιητή και τους ήρωές του.[23] Με την επιλογή της Ιλιάδος υποσημαίνεται ότι η Επανάσταση που θα ακολουθήσει πρόκειται να προσλάβει επικές διαστάσεις και ότι το ενδεικνυόμενο φρόνημα πρέπει να είναι το πολεμικό για να ανταποκριθεί ο ελληνισμός στις επείγουσες συνθήκες που επρόκειτο να εμφανισθούν. Το προγονικό παρελθόν από την αρχαιότητα έχει προσλάβει εδώ μυθικές διαστάσεις, γιατί και το εγχείρημα τής Επανάστασης φάνταζε μυθικό.  Επιδεικνύοντας η Ανδρονίκη την Ιλιάδα, στην ουσία μετατρέπει την σκηνή σε ένα μεταλογοτεχνικό σχόλιο περί της ανάγνωσης τού παρελθόντος ως ζώσης πραγματικότητας στο αφηγηματικό παρόν.[24]  


            Την πλεονασματική χρήση της Ιλιάδος εντοπίζουμε και παρακάτω.  Η Ανδρονίκη, έχοντας ξεφύγει από τους διώκτες της, επέστρεψε στον οικογενειακό πύργο που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά, για να πάρει όπλα, χρήματα και ενδύματα.[25] Επέλεξε μια εντυπωσιακή στολή, την λεγόμενη «αλβανική», και «μεταμορφώθηκε» σε άντρα, προκειμένου να υποστασιοποιηθεί η έννοια τής ανδρείας, η οποία θα αποκαλυφθεί στα μείζονα γεγονότα όπου θα λάβει μέρος. Από ό,τι αναφέρει ο συγγραφέας, θα μπορούσε να επιλέξει μια πιο απλή στολή, αλλά στο μέρος όπου πήγε φύλασσαν τα πολυτιμότερα πράγματά τους με τον πατέρα της. Στο σημείο αυτό αναφέρει ο Ξένος τα εξής: «Πρέπει ὅμως νὰ σημειώσωμεν ὅτι καὶ πολλῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν αἱ στολαὶ ἦσαν τῆς αὐτῆς πολυτελείας. Ὡμοίαζον τῷ ὄντι τοὺς ἥρωας τῆς Ἰλιάδος, μὲ μίαν μόνον διαφοράν, ὅτι ἕκαστος ἦτο ὑπερήφανος διηγούμενος ὅτι τὰ χρυσᾶ καὶ πολυτελῆ ὅπλα του ἦσαν πλιάτζικα πασάδων καὶ βέηδων, οὓς εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης ἐφόνευσε.»[26] Συγκρίνεται η ενδυμασία των τοπικών οπλαρχηγών με την πολεμική εξάρτυση των ηρώων της Ιλιάδας και επισημαίνεται έτσι η ταύτιση τής πολεμικής τους αρετής· διακρίνει ότι οι οπλαρχηγοί φέρουν όπλα Τούρκων, τους οποίους έχουν φονεύσει και λαφυραγωγήσει στο πεδίο της μάχης. Πιθανόν εδώ να υπαινίσσεται ο Ξένος, με τον όρο «πλιάτζικον» την πρακτική του «γδυσίματος» τής πολεμικής εξάρτυσης των πεσόντων αντιπάλων από τους νικητές. Επομένως, αναγνωρίζεται η συνέχεια τής πολεμικής αρετής από τον Όμηρο, η οποία χαρακτηρίζει στο έπακρον τους ήρωες τής Επανάστασης.  

            Η θεωρία του  Ξένου για την ιστορική συνέχεια τού ελληνισμού από την αρχαιότητα έως τις
Παλαιών Πατρών Γερμανός
μέρες του είναι έκδηλη, όταν περιγράφει την επίσημη κήρυξη τής Επανάστασης τού 1821 από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Παραλληλίζει τον αρχιερέα των Πατρών με τον μάντη Κάλχαντα των Αχαιών και τονίζει την επιβλητικότητά του και τον σεβασμό που απέπνεε προς όλους τους μαχητές.[27] Αναγνωρίζει έτσι τον ενεργό και κομβικό ρόλο της Εκκλησίας στα γεγονότα και προσδίδει σχεδόν ποιητικές διαστάσεις στο συμβάν της κήρυξης τής Επανάστασης. Ο θρησκευτικός ηγέτης ήταν πάντα σεβαστός από όλους και συμβόλιζε το πολιτισμικό στίγμα της φυλής. Ο Κάλχας έδωσε τη λύση στον λοιμό που ταλάνιζε το στρατόπεδο των Αχαιών και ο αρχιερέας των Πατρών κήρυξε την έναρξη τής Επανάστασης, βοηθώντας τον ελληνισμό να απομακρυνθεί από το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει. 


            Στο κεφάλαιο ΙΔ’, στον Α’ τόμο, ο συγγραφέας καλεί τον αναγνώστη να τον ακολουθήσει στη γη της Φθιώτιδος «εἰς ἣν ἐγένετο ὁ κατὰ τὴν παρακίνησιν τοῦ Δημοσθένους Λαμιακὸς πόλεμος μεταξὺ Ἀθηναίων καὶ Ἀντιπάτρου, δηλαδὴ πρὸς τὰς γαίας ἐκείνας, εφ’ ὧν εἰς ἀρχαιότερους χρόνους ἐβασίλευεν ὁ Πηλείδης Ἀχιλλεύς.»[28] Είναι φανερή η διάθεση τού Ξένου να «ιστορικοποιήσει» την αφήγησή του, αναφερόμενος σε ιστορικά δεδομένα που αφορούν στον χώρο όπου εισάγει την δράση του. Εδώ επισημαίνεται η ομοιότητά του με τον Scott, όταν περιγράφει τον ιστορικό και γεωγραφικό περίγυρο. Δίνει μεγάλη σημασία στους τόπους όπου διεξήχθησαν οι μάχες, γιατί επιθυμεί το έργο του να έχει ιστορική πιστότητα. Η συνεχής ελληνική παρουσία στον ελληνικό χώρο επιβεβαιώνεται από την «βασιλεία του Αχιλλέα», όπως μας λέγει, και από την διεξαγωγή μιας μείζονος πολεμικής σύγκρουσης του 4ου αιώνα π.Χ. μεταξύ των Αθηναίων και των Μακεδόνων με επικεφαλής τον Αντίπατρο.

            Υπενθυμίζοντας την κοινή κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας, στους Ευρωπαίους αυτήν την φορά, ο Ξένος χρησιμοποιεί την Ανδρονίκη, η οποία μέσω μιας επιστολής της προς τον Θρασύβουλο αναπτύσσει τις απόψεις της για την κληρονομιά του αρχαίου ελληνικού κόσμου στον δυτικό κόσμο. Η ίδια λέγει χαρακτηριστικά: «Ἐνθυμίσατε τοὺς ἀναγινώσκοντας τοὺς Ὁμήρους καὶ Πλάτωνάς μας, ὅτι οἱ απόγονοι τῶν συγγραφέων τούτων ἔδραξαν τὰ ὅπλα καὶ προσπαθοῦν νὰ θραύσουν τὰ δεσμά των… Ποῖος δὲν θὰ μᾶς βοηθήσῃ!!»[29] Η επιστολή αυτή αναγνώσθηκε όταν ο Θρασύβουλος έφυγε από την Οδησσό για να πάει στον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Ένας αξιωματικός του Υψηλάντη, ο Σπυρίδων Δρακούλης, ανέγνωσε το κείμενο τής επιστολής και εμβρόντητος ο Θρασύβουλος έμαθε ότι ήταν της Ανδρονίκης και απευθυνόταν σε αυτόν. Η Ανδρονίκη αναγνωρίζει ότι το μόνο που της απέμεινε ήταν ο Θρασύβουλος και η ελευθερία της πατρίδας. Η χώρα, όπου κάποτε κατοίκησαν στην αρχαιότητα σημαίνοντες Έλληνες, τώρα δονείται από τον πατριωτικό ενθουσιασμό, ενθυμουμένη το λαμπρό της παρελθόν. Εξωτερικεύει δηλαδή τον γνήσιο πατριωτισμό της, ο οποίος έχει ως αρχή του τον Όμηρο. Η Ανδρονίκη παρακαλεί όμως ταυτόχρονα να καταλάβουν οι Ευρωπαίοι, που διαβάζουν Όμηρο και Πλάτωνα, ότι οι επαναστατημένοι Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων συγγραφέων και ότι αγωνίζονται για την ελευθερία τους. Με αυτόν τον ισχυρισμό υποδηλώνει την γενετική σχέση των Νεοελλήνων με τους αρχαίους Έλληνες και το προβάλλει ως επιχείρημα για να βοηθήσουν οι Μ. Δυνάμεις τον Αγώνα. Βέβαια, το έπος είναι το ιδρυτικό είδος για την αφήγηση στη Δύση και ως τέτοιο το παρουσιάζει ο Ξένος. Έπος και ελληνική φιλοσοφική σκέψη καθόρισαν τα χαρακτηριστικά του δυτικού πολιτισμού, στα οποία οι Ευρωπαίοι όφειλαν την πολιτισμική τους πρόοδο. Η κληρονομιά του Ομήρου είναι αρκετή για να αντιληφθούν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ότι οι επαναστατημένοι Έλληνες είναι απόγονοι των ένδοξων προπατόρων τους και ότι συνδέονται με κοινές πολιτισμικές ρίζες. 

            Σε πρόσωπα και τόπους δίδεται η ιλιαδική ταυτότητα, για να δείξει ο Ξένος ότι ο Αγώνας είχε ιστορική αιτία και ότι δεν ξεκίνησε τυχαία. Στο κεφάλαιο ΚΕ’ αρχίζει να περιγράφει την πολιορκία της Τρίπολης στην Πελοπόννησο, την οποία ονομάζει «νέα Τρωάδα»: «[…] μετὰ ταῦτα διευθύνθη καὶ οὗτος εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς νέας Τρῳάδος· εἰς Τρίπολιν, λέγω.»[30] Η νέα Τρωὰς είναι η Τρίπολη (παρουσιάζει και κατά κάποιον τρόπο φωνολογική ομοηχία), όπου εκεί διεξήχθη μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις του πολέμου της Ανεξαρτησίας. Η άλωση τής Τρίπολης είναι ένα παράλληλο της άλωσης τής Τροίας, γιατί οι Έλληνες πολέμησαν με πείσμα για να αποκτήσουν τον έλεγχο και έτσι να εδραιώσουν την Επανάσταση στην κεντρική Πελοπόννησο. Η πολιορκία ήταν αποφασιστικής σημασίας για την πορεία του Αγώνα και ενδεικτική για την θέληση των πολιορκητών να αποτινάξουν τον ξενικό ζυγό. Ο Ξένος σημειώνει την αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια τού ελληνισμού μέσα στο πέρασμα τού χρόνου. 

Την ίδια διαπίστωση μπορούμε να κάνουμε και παρακάτω όταν συζητά με τον Βάρθακα, τον μοχθηρό πρώην καθηγητή που έχει αλλαξοπιστήσει, για την τύχη της Ανδρονίκης. Ο Θρασύβουλος απορεί που τον βλέπει με την αμφίεση των μουσουλμάνων, αλλά εκείνος τον καθησυχάζει ότι με τον τρόπο αυτόν υπηρετεί τους Έλληνες· κατά τη διάρκεια τής συζήτησης τού λέγει: «- Εἰπέ με, Θρασύβουλε… εἶπες ὅτι ἦσο εἰς τὴν μάχην τοῦ Δραγατζανίου… φρικτὴ μάχη… ἐκεῖ ἡ νέα Ἑλλὰς ἔδειξε τοὺς Τρωϊκοὺς ἥρωάς της… […]».[31] Οι Τρωικοί ήρωες είναι οι Έλληνες αγωνιστές, οι οποίοι συνεχίζουν το ηρωικό φρόνημα των ιλιαδικών πολεμιστών. Οι αναφορές και οι παραλληλισμοί με τον Τρωικό πόλεμο δεν σημαίνουν ότι ο Ξένος επιμένει με την προβολή της Μεγάλης Ιδέας· αντιθέτως, σκοπός του είναι να εξάρει την μαχητικότητα των Ελλήνων επαναστατών και να αποδείξει ότι συνεχίζουν έτσι στον ιστορικό χρόνο τα ανδρεία κατορθώματα των προγόνων τους. Για τον Ξένο ο Αγώνας του 1821 είναι ένα ιστορικό επίτευγμα των Ελλήνων, το οποίο φέρει την πνευματική και ηθική σφραγίδα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ο ίδιος ο συγγραφέας συμβάλλει στην ενίσχυση τής ελληνικής ταυτότητας, οικειοποιούμενος τον ρόλο του ιστορικού αλλά και του λογοτέχνη. Γράφει λοιπόν ιστορία με λογοτεχνικό καμβά και γι’ αυτό η Ἡρωὶς πρέπει να θεωρηθεί περισσότερο ιστορικό έργο με λογοτεχνικές προεκτάσεις, παρά ιστορικό μυθιστόρημα με την αυστηρή έννοια τού όρου. Ο στόχος του Ξένου είναι, όπως του Κοραή, να αποκαταστήσει την πληγείσα τιμή του έθνους του από τις «επιθέσεις» διαφόρων Ευρωπαίων λογίων που διαστρεβλώνουν άκριτα την ιστορική αλήθεια. Από όλα αυτά λαμβάνει την αφορμή να ανασκευάσει με την αίσθηση τού ιστορικού κάθε κατηγορία που βαραίνει την καταγωγή του έθνους. Με τον Ξένο αναβιώνει ο ιστορικός ρομαντισμός, αλλά ο αισθητικός του σκοπός είναι μια αναβίωση του διδακτικού σκέλους του Διαφωτισμού, που επιτάσσει την ηθική αναμόρφωση. Η συστηματική σπουδή του Ομήρου και η καταξίωσή του στην ιστορία της λογοτεχνίας θα βοηθούσε τους Έλληνες να απελευθερωθούν από κάθε λογής βαρβαρότητα και να επιτύχουν τον ηθικό εξευγενισμό τους.

            Αγωνιζόμενος ο Ξένος να αποδείξει ιστορικά την συνέχεια τής κλασικής πολιτισμικής κληρονομιάς στην μοντέρνα Ελλάδα, περιγράφει έναν «Ρωμαϊκό» χορό της Χίου, ο οποίος παραλληλίζεται με ένα ολόκληρο ομηρικό χωρίο από την Ιλιάδα (Σ 587-604).[32] Το εν λόγω απόσπασμα από το ομηρικό κείμενο προέρχεται από την «έκφραση» τής ασπίδος του Αχιλλέως.[33] Περιγράφεται ένας χορός στην Κνωσό ο οποίος είναι όμοιος με αυτόν που χορεύουν οι Χιώτες στην Ἡρωίδα. Προβάλλεται η αξίωση τής πολιτισμικής κληρονομιάς του Ομήρου στη νέα Ελλάδα και ενισχύεται έτσι η σχέση με τους κλασικούς προγόνους. Ο Ξένος έτσι δεικνύει την συνέχεια του ελληνισμού από την μακρινή εποχή του Ομήρου έως τις μέρες του και φανερώνει την πρόθεσή του να αντισταθεί στις ιστορικές ανακρίβειες τού Fallmerayer

            Στο κεφάλαιο ΞΕ’ του Α’ τόμου,[34] ο Θρασύβουλος βρίσκεται στο Μεσολόγγι. Ο Ξένος
περιγράφει τον οπλαρχηγό Μάρκο Μπότσαρη και συγκρίνει την ανδρεία του με αυτήν του Διομήδους στην ραψωδία Ε, όταν ο Αχαιός ήρωας συγκρούεται επιτυχώς με τον Πάνδαρο και τον Αινεία, τους οποίους καταβάλλει.[35] Ο Μπότσαρης είναι η συμβολική ενσάρκωση τής επιβίωσης τής ανδρείας των ιλιαδικών ηρώων και ιδιαίτερα του Διομήδους, του οποίου η ἀριστεία είναι παροιμιώδης στο έπος. Επίσης, αποτελεί έναν ηθικό πρότυπο το οποίο συνδυάζει όλες τις αρετές ενός γνήσιου ιλιαδικού μαχητή: είναι ανδρείος και ωραίος. Ένα παράλληλο απόσπασμα τής σύγκρισης τής ανδρείας των πολεμιστών του 1821 με αυτήν των ιλιαδικών ηρώων εντοπίζουμε στον Β’ τόμο, στο κεφάλαιο ΚΖ’.[36] Εκεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης είναι ο «Πρίαμος τῆς νέας Σπάρτης», ο γιος του Ηλίας πέθανε σαν ήρωας και ο αδελφός τού Πετρόμπεη, Κυριακούλης, είχε την ίδια τύχη. Το μικτό ιλιαδικό κάλλος (ανδρεία και ομορφιά) επισημαίνεται επίσης στο παρουσιαστικό τού Γεωργίου Μαυρομιχάλη, τριτότοκου γιου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Όπως λέγει ο Ξένος, ήταν «ὡραῖος ὡς ὁ Πάρις […] ῥώμην καὶ καρδίαν Ἀχιλλέως […]».[37] Πρόκειται για τον ιδανικό συνδυασμό πολεμικής ανδρείας και ομορφιάς, ο οποίος αποδίδει ευστόχως τις προσωπικότητες του 1821 και διδάσκει το υγιές και εξιδανικευμένο πρότυπο που εκφράζουν.     

            Πολλές φορές μέσα στο έργο διαπιστώνεται η πολυκυμαντότητα τής ζωής των ηρώων. Όταν οι ήρωες υποφέρουν από δεινά, η πορεία τους χαρακτηρίζεται «Οδύσσεια». Η κύρια ηρωίδα του έργου υποφέρει και αυτή, όταν στο κεφάλαιο Κ’ του Β’ τόμου η αποτυχία να συναντήσει τον Θρασύβουλο ονομάζεται «Ὀδύσσεια».[38] Το συνεχές της ταξίδι για να εντοπίσει τον Θρασύβουλο είναι πραγματικά μια Οδύσσεια μέσα στο έργο του Ξένου. Η ένωση των δύο νεαρών ερωτευμένων αργοπορεί, λόγω των απροσδόκητων γεγονότων που μεσολαβούν και τους απομακρύνουν από την ποθουμένη συνάντησή τους. Δίδεται λοιπόν έμφαση στην περιπλάνηση, δηλαδή στην μυθιστορική πτυχή του έργου. Η μυθιστορική πτυχή της Ἡρωίδος έγκειται στην ανάπτυξη της ρομαντικής περιπέτειας αγάπης των δύο νέων, που έχει σκοπό την ηθική ωφέλεια και την τέρψη. Η δράση των προσώπων ονομάζεται «Οδύσσεια», αφού η περιπλάνηση προσλαμβάνει διαστάσεις σχεδόν εξωπραγματικές. Το ατομικό στοιχείο είναι αυτό που λειτουργεί προς την προσπάθεια τής οικοδόμησης ενός έθνους-κράτους· το ατομικό υποτάσσεται στο συλλογικό και έτσι διασφαλίζεται η συνέχεια της κοινότητας. Η ταυτόχρονη πολεμική συμμετοχή της Ανδρονίκης στον Αγώνα του 1821 αποδεικνύει τον προηγούμενο ισχυρισμό.

            Ο Ξένος έχει ως προσωπικό όραμα την ηθική εξύψωση τού έθνους του και έτσι μέσα στο έργο του απεργάζεται την υλοποίηση αυτής της προσδοκίας. Επανέρχεται διαρκώς σε ό,τι μπορεί να ονομασθεί «εθνικό». Είναι γνώστης των δυσχερειών που συνεπάγεται η ιστοριογραφία, αλλά προσπαθεί με μια αντικειμενική θεώρηση μέσω της λογοτεχνικής γραφής να υπερπηδήσει τα διαφαινόμενα εμπόδια αναφορικά με τον υποκειμενισμό. Παριστάνει την «εθνική συνέχεια» από αρχαιοτάτων χρόνων, για να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της πορείας του έθνους. Το καθήκον του είναι διττό: επιστημονικό και εθνικό. Επειδή όμως είναι και λογοτέχνης, χρησιμοποιεί την γραφίδα του για να διαμορφώσει πιο ελεύθερα τις συνειδήσεις και να αναβιώσει την δόξα του αρχαίου κόσμου.     

            Η εξέταση της Ἡρωίδος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως του Στεφάνου Ξένου μάς οδηγεί στο
συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια απόπειρα συγγραφής μιας μυθιστορηματικής ιστορίας του 1821, ένα είδος μικτό που έχει ως στόχο την εκπλήρωση τού τερπνού (μυθοπλασία) και του ωφελίμου (ιστορική γνώση). Τασσόμενος με την ιστοριονομική τάση του καιρού του, σκοπός του είναι να αναπαριστήσει με θελκτικό τρόπο ολόκληρη την ιστορία του 1821. Ο διδακτισμός είναι αναπόφευκτος στο έργο, καθότι είναι ταγμένο στον εθνικό σκοπό και στον ηθικό εξευγενισμό. Η παρουσία του Ομήρου μέσα στο κείμενο είναι ενδεικτική για την ιδεολογία του Ξένου ότι τα ομηρικά έπη είναι το βασικό μορφωτικό πρότυπο για τον ελληνισμό, όπως είχε διδάξει ο Κοραής. Ήθελε να δείξει ότι ο νέος ελληνισμός έχει κληρονομήσει το πνεύμα του αρχαίου κόσμου και ότι μπορεί να το συνεχίσει, δημιουργώντας ο ίδιος την δική του πολιτισμική παράδοση στηριζόμενος στην ομηρική ταυτότητα. Το ομηρικό υλικό δεν αποσκοπεί στην επίδειξη λογιότητας ή στον στείρο εμπλουτισμό της αρχαιογνωσίας στο έργο· είναι το πολιτισμικό δομικό στοιχείο για την σύμπηξη και επιβεβαίωση τής ελληνικής εθνικής ταυτότητας, το οποίο είναι εγγενές στην αίσθηση τής παράδοσης. Η αποδοχή αυτής της προοπτικής λειτουργεί θετικά για τον μοντέρνο ελληνισμό τής εποχής του Ξένου: οριοθετεί τον εαυτό του μέσα στο σύγχρονο ιστορικό γίγνεσθαι και βαθμιαία καλλιεργεί την εθνική υπερηφάνεια, βιώνοντας τον αδιάσπαστο δεσμό από την ομηρική εποχή. Δηλαδή, πρόκειται για την συμβολή στην ηθική εξύψωση του ελληνικού πολιτισμού και όλων όσων συμμετέχουν σε αυτόν, έναντι των κακοηθειών των Ευρωπαίων επικριτών του. Η ιστορική θεώρηση τού Ομήρου, υπό το μεθοδολογικό πρίσμα του Walter Scott, θέτει τις πολιτισμικές αφετηρίες του μοντέρνου πολιτισμού και τον αναδεικνύει ως το βασικό πνευματικό εφαλτήριο της Δύσης. Ο Κοραής ετοίμασε πνευματικά τον νέο ελληνισμό για την Επανάσταση· ο Ξένος τού έδειξε την ιστορική του αφετηρία. Στο επόμενο κεφάλαιο, όπου θα εξετασθεί η Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, θα δούμε πώς η ιστορική αφήγηση αλλάζει χαρακτήρα και από πληροφοριακό-γνωσιακό, τίθεται στην υπηρεσία της σάτιρας και της παρωδίας.  



[1] Η έκδοση στην οποίαν παραπέμπουμε είναι η εξής: Στ. Ξένος, Ἡ Ἡρωὶς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, επιμ. Βικτωρία Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 1988, τόμ. Α’-Β’.
[2] Ντενίση, Το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα, 232-233.
[3] Ντενίση, ό.π., 239.· Βικτωρία Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, «Τα Κατάλοιπα του Στεφάνου Ξένου», ΕΕΦΣΠΘ 20 (1981), 458-460. Επίσης, βλ. την εισαγωγή της ίδιας στην έκδοση τού μυθιστορήματος του Ξένου από το Ίδρυμα Ουράνη.· Κων. Ν. Ράδος, Ὁ Στέφανος Ξένος καὶ τὸ Ἱστορικὸν Μυθιστόρημα, Ἀθήνα 1917. 
[4] T. Leeb, Jakob Philipp Fallmerayer: Publizist und Politiker zwischen Revolution und Reaktion, Munich 1996.· E. Thurnher, Jahre der Vorbereitung: Jakob Fallmerayers Tätigkeiten nach der Rückkehr von der zweiten Orientreise, 1842-1845, Vienna 1995.· E. Thurnher (ed.), Jakob Philipp Fallmerayer: Wissenschaftler, Politiker, Schriftsteller, Innsbruck 1993.
[5] Σαχίνης, Τὸ νεοελληνικὸ μυθιστόρημα, 79.
[6] Ντενίση, ό.π., 244.
[7]  Για παράδειγμα αναφέρουμε κάποιες από τις μελέτες: Κ. Ν. Ράδος, Ὁ Στέφανος Ξένος καὶ τὸ Ἱστορικὸν Μυθιστόρημα, Ἀθήνα 1917.· Θ. Βελλιανίτης, «Ὁ πρῶτος Ἕλλην μυθιστοριογράφος», Ἰόνιος Ἀνθολογία 16 (1932), 102, όπου αναφέρει ότι όταν έφτασε ο Ξένος στην Αθήνα (1877) ήταν γνωστό ότι έγραφε σύμφωνα με τα πρότυπα τού Scott.· Φ. Μιχαλόπουλος, «Τὸ Ἱστορικὸ Μυθιστόρημα στὴν Ἑλλάδα. Στέφανος Ξένος: Ἡ Ἡρωὶς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως», Ἔθνος 30/06/1948, ο οποίος υποστηρίζει ότι Ξένος έχει μαθητεύσει στον Scott, αλλά δεν κατάφερε να μιμηθεί το συνθετικό του δαιμόνιο.
[8] Ντενίση, Το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα, 241-252.
[9] Ντενίση, Το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα, 241-242.
[10] Paschalis, «Homer and Walter Scott», 17.
[11] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 68.
[12] El. B. Bearden, The Emblematics of the Self: Ekphrasis and Identity in Renaissance Imitations of Greek Romance, University of Toronto Press 2012, 68.
[13] Ντενίση, Το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα, 244.
[14] Ντενίση, ό.π., 245.· Paschalis, «Homer and Walter Scott», 18.
[15] Ντενίση, ό.π., 245.
[16] Ἡ Ἡρωίς, τόμ. Α’, 73-74.
[17] Paschalis, «Homer and Walter Scott», 18.
[18] Θ. Παπαγγελής, Ἀπὸ τὴ βουκολικὴ εὐτοπία στὴν πολιτικὴ εὐτοπία, Ἀθήνα 1996.
[19] Ντενίση, Το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα, 240-245. Ο Κωνσταντίνος Ράδος και ο Απόστολος Σαχίνης έχουν επισημάνει στις μελέτες τους (βλ. ανωτέρω) τις ομοιότητες με τα έργα του Scott. Τα συμπεράσματα όμως έχουν εξαχθεί επί τη βάσει της διαμονής του Ξένου στην Αγγλία και στην επίδραση που θα ασκήθηκε σε αυτόν από το έργο του Scott. Με προσεκτικότερη όμως εξέταση της ηρωίδος θα αντιληφθούμε ότι είναι διαφορετική από τους ήρωες των Waverley novels και ότι αποκλίνει λόγω των ιδιαιτέρων συνθηκών της ελληνικής πραγματικότητας· η θωρητική όμως βάση είναι η ίδια.
Με την συγγραφή της Ἡρωίδος ο Ξένος προσπαθεί να δημιουργήσει μια μυθιστορηματική παράδοση με γηγενή χαρακτηριστικά, αναπόσπαστο μέρος της οποίας θεωρούσε την ιστορική συνέχεια τού ελληνισμού από την αρχαία Ελλάδα· το μέσον για την απόδειξη αυτής είναι το ομηρικό υλικό.  
[20] «[…] τὴν ἔμαθα ὅλους τοὺς ποιητάς… γνωρίζει ἐκ στήθους τὸν Ὅμηρον, τὸν Πίνδαρον… ἔχει ἀπέραντον μνημονικὸν διὰ τὴν ἱστορίαν καὶ μυθολογίαν.», Ἡρωίς, τόμ. Α’, 75.
[21] Παπατρέχας, 41.
[22] Για όλες αυτές τις ερμηνευτικές εκδοχές, βλ. Paschalis, «Homer and Walter Scott», 18.
[23] Gr. Nagy, «The Epic Hero», στο: A Companion to Ancient Epic, J. M. Foley, Blackwell 2005, 88-89.
[24] Για την «Μεταλογοτεχνία», βλ. P. Waugh, Metafiction, Routledge 2013.
[25] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 127.
[26] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 128.
[27] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 132.
[28] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 140.
[29] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 190.
[30] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 235.
[31] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 337.
[32] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 396-397.
[33] Για τον ρόλο της «ασπίδος» του Αχιλλέως, βλ. O. Taplin, «The Shield of Achilles within the ‘’Iliad’’», Greece & Rome 27 (1980), 1-21.· A. S. Becker, «The Shield of Achilles and the Poetics of Homeric Description», The American Journal of Philology 111 (1990), 139-153.· St. Scully, «Reading the Shield of Achilles: Terror, Anger, Delight», Harvard Studies in Classical Philology 101 (2003), 29-47.
[34] Ἡρωίς, τόμ. Α’, 553.
[35] Ἰλιάδος, Ε 239-351.
[36] Ἡρωίς, τόμ. Β’, 171.
[37] Ἡρωίς, τόμ. Β’, 172.
[38] Ἡρωίς, τόμ. Β’, 137. 

Σχόλια

  1. Πολύ ωραίο αφιέρωμα στον Στέφανο Ξένο και σε θέματα που σήμερα μοιάζουν ξεχασμένα δυστιχώς! Θυμάμαι αν δεν κάνω λάθος πως μικρός πρέπει να είχα διαβάσει το έργο "Ηρωίδα της Ελληνικής Επαναστάσεως" σε μορφή κόμικ των Κλασσικών Εικονογραφημένων αν δεν απατώμαι. Στη νέα γενιά όλα αυτά είναι άγνωστα σήμερα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Ο σχολιασμός του αναγνώστη (ενημερωμένου η μη) είναι το καύσιμο για το ιστολόγιο αυτό, έτσι σας προτρέπουμε να μας πείτε την γνώμη σας. Τα σχόλια οφείλουν να είναι κόσμια, εντός θέματος και γραμμένα με Ελληνικούς χαρακτήρες (όχι greeklish και κεφαλαία).

Καλό είναι όποιος θέλει να διατηρεί την ανωνυμία του να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο έτσι ώστε σε περίπτωση διαλόγου, να γίνεται αντιληπτό ποιος είπε τι. Κάθε σχόλιο το οποίο είναι υβριστικό η εμπαθές, θα διαγράφεται αυτομάτως.

"Encompass worlds but do not try to encompass me..."

Walt Whitmann

Όλα τα θέματα του ιστολογίου

Εμφάνιση περισσότερων