Οι αγώνες του Κρητικού λαού για την Ένωση με την Ελλάδα, από την Επανάσταση του 1821 ως την ανακήρυξη της "Αυτόνομης Πολιτείας" (20 Μαρτίου 1897)


 Η Επανάσταση του 1821 βρίσκει την Κρήτη υπό την τουρκική κατοχή. Ο αγώνας των Κρητών συνεχίζεται χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού η ασυμφωνία των οπλαρχηγών αποτελεί τροχοπέδη για μια κοινή πολεμική δράση. Οι συνεχείς αντικαταστάσεις στη θέση του Αρμοστή της Κρήτης από το 1821 έως και το 1830 –Μιχαήλ Κομνηνός Αφεντούλης, Εμμ. Τομπάζης, βαρώνος Rainek, άγγλος Hain, Ν.Ρενιέρης- αποδεικνύουν εμπράκτως την αποτυγχία της εύρεσης ενός ηγέτη αποδεκτού από το σύνολο του κρητικού λαού. Παρά την αδυναμία αυτή, το αίτημα για ελευθερία υπήρξε πάντοτε παρόν. Το Μάιο του 1822, η Γενική Συνέλευση των Κρητών εκδίδει την «Προκήρυξιν Ελευθερίας» και ψηφίζει σχέδιο συντάγματος με τον τίτλο «Προσωρινή Πολιτεία της νήσου Κρήτης», ενώ ένα χρόνο αργότερα, στις 22 Ιουνίου, ψηφίζεται ο «Οργανισμός της ενιαυσίου τοπικής διοικήσεως της Κρήτης»[i], οι βασικές διατάξεις, του οποίου στηρίζονταν στο Σύνταγμα Επιδαύρου. Οι δύο ενέργειες αυτές όμως δεν ήταν δυνατόν να τελεσφορήσουν στο ταραγμένο κλίμα, που επικρατούσε στην Κρήτη.

Ανήσυχος από τις νίκες των Κρητών, ο Σουλτάνος ζητά τη συνδρομή του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, προκειμένου να καθυποτάξει το μεγαλύτερο μέρος του επαναστατημένου νησιού. Επικεφαλής των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων τίθεται ο Χασάν αγάς, ο οποίος με ισχυρές επικουρίες του Χουσείν μπέη, καταφέρνει να καταστείλει την επανάσταση. Όμως, από τον Ιούλιο του 1825, δυνάμεις ελληνικές από την Πελοπόννησο σε συνδυασμό με τους Κρητικούς, κυριεύουν τη Γραμβούσα το φρούριο της Κισσάμου και σταδιακά η επανάσταση εξαπλώνεται στην ανατολική Κρήτη χωρίς όμως τελική δικαίωση. Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 22ης Ιανουαρίου 1830 άφηνε την Κρήτη έξω από τα όρια του νεοπαγούς ελληνικού κράτους.
Μανώλης Τομπάζης
Ύστερα από τη συμφωνία της Κιουτάχειας το 1833, η Κρήτη παραχωρείται από τον Σουλτάνο στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή. Πολιτικός διοικητής της νήσου διορίσθηκε ο Μουσταφά Ναιλή πασάς, γνωστός και ως Γκιριτλής (Κρητικός), ο οποίος προσπάθησε ν’ αντιμετωπίσει αμερόληπτα, ισότιμα και ισόνομα μουσουλμάνους και χριστιανούς. Παρά όμως τις όποιες καλές προθέσεις του, οι βαρείς φόροι και οι αυθαιρεσίες της στρατιωτικής διοίκησης είχαν ως αποτέλεσμα την αντίδραση του κρητικού λαού, ο οποίος συγκεντρώθηκε στο χωριό Μουρνιές Κυδωνίας το Σεπτέμβριο εκφράζοντας την αντίθεσή του στο τουρκικό καθεστώς. Η αντίδραση του Μεχμέτ Αλή υπήρξε άμεση και βίαιη διαλύωντας τη συγκέντρωση και απαγχονίζοντας τους πρωτοαίτιους της. 
Η εμπλοκή του Μεχμέτ Αλή σε πόλεμο με την Τουρκία, η ήττα του στη Συρία καθώς και η στάση των ευρωπαικών δυνάμεων υπέρ της διατήρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κλόνισαν την αιγυπτιακή εξουσία στην Κρήτη. Συγκεκριμένα, η Αγγλία ήταν η πιο άμεσα ενδιαφερόμενη για τον έλεγχο της Κρήτης, εφόσον αποτελούσε κομβικό σημείο προς τις Ινδίες και διευκόλυνε την επιστασία της στο Σουέζ. Το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών, μολονότι απέρριψε αίτηση Κρητών πληρεξούσιων να αναλάβει η Βρεταννία το νησί υπό την προστασία της -είτε ως αποικία είτε ως προτεκτοράτο- τους διαβεβαίωσε την ίδια στιγμή ότι θα μεσουλαβούσε υπέρ της Κρήτης στον πασά της Αιγύπτου, αλλά και στην Πύλη[ii]. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου (3/7/1840), η Κρήτη αποσπάται από την αιγυπτιακή κατοχή και επανέρχεται στη σουλτανική κυριαρχία.
Η παντελής αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να συνδράμει στον κρητικό αγώνα και η πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων για ανακωχή υπήρξαν καταλυτικά στοιχεία, ώστε να επακολουθήσει μια περίοδος ειρήνης. Με τη λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου (1856), το κρητικό ζήτημα εισέρχεται σε μια νέα φάση. Με τη συνθήκη Παρισίων, ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και να εκδώσει το περίφημο Χατί Χουμαγιούν, με το οποίο παραχωρούσε σημαντικά προνόμια στους χριστιανούς υπηκόους του, όπως ανεξιθρησκία, προσωπική ελευθερία, εξασφάλιση τιμής και ιδιοκτησίας. Το Χατί Χουμαγιούν σε συνδυασμό με το ειδικό φιρμάνι, που εξεδόθη στις 7 Ιουλίου 1858, βελτίωσε τη ζωή του κρητικού λαού και είχε ως αποτέλεσμα την υπό ορισμένους όρους συμμετοχή των χριστιανών σε όργανα της Διοίκησης, αλλά και τη σύσταση Δημογεροντιών, ενός


θεσμού σημαντικού για την κοινωνική συνοχή του κρητικού λαού. Η καταδυνάστευση, όμως, του χριστιανικού στοιχείου κυρίως επί Βελή πασά και η μη εφαρμογή των όρων του Χατί Χουμαγιούν είχαν ως συνέπεια νέες επαναστατικές κινητοποίησεις.

 Η μεγάλη κρητική επανάσταση αρχίζει το 1866 ως πτυχή του ανατολικού ζητήματος υπό ευνοϊκές συγκυρίες. Ο απόηχος της Ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα, η ενοποίηση της Ιταλίας, η προπαγάνδα των Γαριβαλδινών, οι φιλελεύθερες διακηρύξεις του Ναπολέοντα του Γ΄ υπέρ της αρχής των εθνοτήτων δημιούργησαν νέο επαναστατικό κλίμα[iii]. Επιπλέον, η κατηγορηματική άρνηση της Υψηλής Πύλης να αποδεχθεί το αίτημα περί ενώσεως των επαναστατών είχε ως αποτέλεσμα την πρώτη επαναστατική διακήρυξη στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων. Η συγκεκριμένη χρονική στιγμή όμως ήταν ακατάλληλη, αφού στο σύνολό τους οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν συνηγορούσαν σε μια τέτοια κίνηση. Μόνο η Ρωσία ευνοούσε την κρητική επανάσταση, προκειμένου να απαλλαγεί από τον αποκλεισμό της από τον Εύξεινο Πόντο, αλλά τα σχέδια της συγκρούονταν άμεσα με αυτά των Μεγάλων Δυνάμεων και για το λόγο αυτό στράφηκε προς τον πανσλαβισμό. Η Γαλλία επί Ναπολέοντα Γ΄, η οποία είχε κάνει αισθητή την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο μετά την έναρξη της διάνοιξης της διώρυγας του Σουέζ (1856) και η Μεγάλη Βρετανία επεδίωκαν την αναχαίτιση της καθόδου της Ρωσίας στη Μεσόγειο και υποστήριζαν την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό το πρίσμα των γεωστρατηγικών τους προτεραιοτήτων.
Στα νέα αυτά δεδομένα, η ελληνική εξωτερική πολιτική μεταβάλλεται. Η στροφή της Ρωσίας προς τους Σλάβους έσπρωξε την ελληνική κυβέρνηση να ασχοληθεί πιο επισταμένα με τις βόρειες επαρχίες, οι οποίες απειλούνταν σε μεγαλύτερο βαθμό από τις επεκτατικές βλέψεις των εκ βορρά όμορων κρατών[iv] εν συγκρίσει με την Κρήτη. Σ’ αυτή τη λογική, η νέα κυβέρνηση δεν επεχείρησε θεαματικές κινήσεις, αλλά αρκέστηκε να ενισχύσει τον κρητικό αγώνα με αποστολή εθελοντών.

Ηγετικές μορφές όπως ο Πάνος Κορωναίος, ο ταγματάρχης Ζυμβρακάκης, ο Πετροπουλάκης, ο Μ. Κόρακας οργάνωσαν εθελοντικά σώματα και πολέμησαν γενναία σε πολλές περιπτώσεις. Άξιον αναφοράς και μνήμης στάθηκε το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου (10/11/1866), το οποίο έστρεψε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη υπέρ του κρητικού αγώνα εκφρασθείσα με συγκρότηση επιτροπών, διενέργεια εράνων και με συγκινητικά δημοσιεύματα[v]. Η επικράτηση του Μουσταφά πασά και αργότερα οι επιχειρήσεις του Ομέρ δεν ήταν ικανές να σταθεροποιήσουν την τουρκική υπεροχή, εφόσον ο ανταρτοπόλεμος συνεχίζετο και η Προσωρινή κυβέρνηση αρνείτο οποιαδήποτε άλλη λύση πέραν της ανεξαρτησίας.
Υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Σουλτάνος εξέδωσε φιρμάνι, που περιείχε τον Οργανικό Νόμο (14/11/1868). Το μέτρο αυτό προέβλεπε την πρόσληψη χριστιανών στη διοίκηση, τη συμμετοχή αιρετών χριστιανών στα διοικητικά συμβούλια νομών και επαρχιών, την αναγόρευση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης, αλλά και τη συγκρότηση μικτών δικαστηρίων. Η προσπάθεια του Ααλή πασά να παραχωρήσει οποιοδήποτε είδος πολιτεύματος με τον όρο να αποκηρυχθεί το βασικό αίτημα της ένωσης βρήκε αρνητική απάντηση από την Επαναστατική Γενική Συνέλευση των Κρητών, η οποία αποφάσισε τη συνέχιση του αγώνα.


Στις αρχές του 1869, η επανάσταση άρχισε να καταρρέει, ύστερα από τη μεταστροφή της ευρωπαϊκής διπλωματίας υπέρ της Τουρκίας. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, συγκλήθηκε με ρωσοπρωσική πρωτοβουλία διάσκεψη για την επίλυση του ελληνοτουρκικού προβλήματος. Το πόρισμα καλούσε την Ελλάδα να απολογηθεί για την ενίσχυσή της προς τους Κρήτες επαναστάτες. Η αποδοχή του από τους επαναστάτες Κρήτες κατεδείκνυε εμμέσως ότι η επίλυση του κρητικού ζητήματος θα ερχόταν μόνο μέσω μιας γενικότερης βαλκανικής κρίσης.
Το 1877, η ήττα της Τούρκιας στο ρωσοτουρκικό πόλεμο είχε άμεσες επιπτώσεις. Το άρθρο 15 της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου προέβλεπε αυτοδιοίκηση στην Κρήτη και επαναλειτουργία των διατάξεων του Οργανικού Νόμου. Το 1878 οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων επέβαλαν ανακωχή με την υπόσχεση ότι το κρητικό ζήτημα θα απασχολούσε το Συνέδριο Βερολίνου, αν και η τελική απόφαση τους σε αυτό δεν διέφερε από εκείνη του Αγίου Στεφάνου. Η Κρήτη παρέμενε υπό την κυριαρχία του Σουλτάνου, ο οποίος αναγκάστηκε να υπογράψει τη Σύμβαση της Χαλέπας. Ο συνταγματικός αυτός χάρτης υποχρέωνε την Οθωμανική κυριαρχία να παραχωρήσει στους χριστιανούς ευρείες δικαιοδοσίες στη διοίκηση της νήσου τους. Κύρια σημεία του υπήρξαν, ο διορισμός χριστιανού συμβούλου στο μουσουλμάνο γενικό διοικητή της νήσου, η προτίμηση διορισμού χριστιανών σε δημόσιες θέσεις, η αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης στη Βουλή και τα δικαστήρια και η συγκρότηση αστυνομικής δύναμης από εντόπιους άνδρες.
Η Σύμβαση της Χαλέπας δεν διήρκεσε πολύ. Αφορμή στάθηκε η κίνηση των Καραβανάδων, που, μετά την ήττα τους στις εκλογές από τους Ξυπόλυτους, κήρυξαν νέα επανάσταση το 1888, την οποία η κυβέρνηση Τρικούπη αποκήρυξε. Η Τουρκία έστειλε τον Σακήρ Πασά ως στρατιωτικό διοικητή να
Μανούσος Κούνδουρος
εφαρμόσει το στρατιωτικό νόμο, ενώ ανακάλεσε τη Σύμβαση με φιρμάνι (17/12/1889). Συν τοις άλλοις, τα θρησκευτικά και πολιτικά προνόμια ανακλήθηκαν, ενώ επιβλήθηκαν βαρύτατοι φόροι. Η κατάσταση έως τα τέλη του 1895 παρέπεμπε στην τουρκοκρατία περασμένων δεκαετιών.

 Το 1895 εμφανίζεται ο Σφακιανός πολιτευτής Μανούσος Κούνδουρος και οργανώνει τη Μεταπολιτευτική Επιτροπή υποβάλλοντας υπόμνημα στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων, με το οποίο ζητούσε να ανακηρυχθεί η Κρήτη αυτόνομη πολιτεία φόρου υποτελής στο σουλτάνο έναντι 15000 οθωμανικών λιρών ετησίως, την άσκηση κυβερνήσεως από χριστιανό διοικητή με πενταετή θητεία και την επαναχορήγηση των προνομίων του Χατί Χουμαγιούν. Από την πλευρά τους, οι πρόξενοι των ευρωπαϊκών δυνάμεων υποβάλλουν στους χριστιανούς ένα νέο Οργανισμό, ο οποίος σε πολλά σημεία συνέπιπτε με το υπόμνημα Κούνδουρου, ενώ παρείχε πλήρη οικονομική και δικαστική ανεξαρτησία με εγγύηση των Δυνάμεων.

Η συστηματική υπονόμευση του νέου αυτού Οργανισμού από τη τουρκική ηγεσία προκάλεσε την αντίδραση των επαναστατών, μεταξύ αυτών και ο Ελ.Βενιζέλος, οι οποίοι αρχίζουν νέες εξεγέρσεις και επαναστατικές κινήσεις με αποκορύφωμα την έκδοση, στη θέση Κορακιές, στις 25 Ιανουαρίου 1897, του ιστορικού ψηφίσματος της «ένωσεως της νήσου Κρήτης μετά του ελευθέρου βασιλείου της
πρίγκιπας Γεώργιος, πρώτος υπ. Αρμοστής στην Κρήτη
Ελλάδος». Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση Δεληγιάννη αποφασίζει να επέμβει στέλνοντας πολεμικά πλοία υπό την αρχηγία πρίγκηπος Γεωργίου, για να εμποδίσουν μεταφορά τουρκικού στρατού. Βάσει των νέων δεδομένων, οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφασίζουν να προβούν σε διεθνή κατοχή για την αποφυγή μιας γενικής ελληνοτουρκικής σύρραξης στις 3 Φεβρουαρίου 1897. Η ελληνική αντίδραση είναι άμεση. Τμήμα ελληνικού στρατού με επικεφαλής το συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο αποβιβάζεται στην Κρήτη με εντολή να καταλάβει τη νήσο «εν ονόματι» του βασιλιά της Ελλάδα. Όμως, τα γεωπολιτικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων μπορούσαν να διασφαλισθούν μόνο υπό το καθεστώς αυτονομίας της Κρήτης. 

Σ’ αυτό το πλαίσιο, με διακοινώσεις, προσταγές ακόμα και με βομβαρδισμό από τον όρμο των Χανίων στις 9 Φεβρουαρίου, κατάφεραν να σταθεροποιήσουν την κατάσταση. Στις 20 Μαρτίου 1897, κήρυξαν την Κρήτη αυτόνομη κάτω από την προστασία τους διαιρεμένη σε ζώνες κατοχής και με αυτόν τον τρόπο ολοκλήρωσαν τη στρατιωτική κατοχή τους. Ύστερα από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο (1897), ανακηρύσσεται η αυτόνομη «Κρητική Πολιτεία», υπό την τυπική κυριαρχία του Σουλτάνου, αλλά με Αρμοστή τον Πρίγκηπα Γεώργιο, δευτερότοκο γιο του Βασιλιά των Ελλήνων. Με την απόφαση αυτή, η περίοδος της τουρκοκρατίας έφθανε στο τέλος της.

Σημειώσεις
[i] Θεοχάρης Δετοράκης , «Ιστορία της Κρήτης», Ηράκλειο Κρήτης, 1990, σελ. 337-338
[ii] Λένα Διβάνη, « Η εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας (1830-1947)- Απόπειρα πατριδογνωσίας »,
Καστανιώτης, Αθήνα, 2000, σελ.373
[iii] Λένα Διβάνη, ο.π., σελ.377-78
[iv] Λένα Διβάνη, ο.π., σελ.381
[v] Θεοχάρης Δετοράκης , ο.π., Ηράκλειο Κρήτης, 1990, σελ. 368-369

Πηγή
(το νέο πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο το οποίω συνιστώ)
http://www.policynet.gr/index.php

Σχόλια

  1. Λινάρδος Κωνσταντίνος16 Μαρ 2012, 7:43:00 μ.μ.

    Σχετικά με τους αγώνες των Κρητικών τον 19ο αιώνα θα ήθελα να αναφέρω τα εξής .
    Το 1830 ο Καποδίστριας έκανε ότι μπορούσε για να ενσωματώσει την Κρήτη στο νέο ελληνικό κράτος (βασιζόμενος κυρίως στη Ρωσία που είχε απαγορεύσει στον Ιμπραήμ να αποβιβάσει δυνάμεις στην Κρήτη κατά την αποχώρηση του το 1829) , όμως τελικά οι ισχυροί της Ευρώπης το απέκλεισαν κατηγορηματικά.
    Η πρώτη επαναστατική προσπάθεια των Κρητικών για ένωση με την Ελλάδα θα πραγματοποιηθεί ανεπιτυχώς το 1840 , με αφορμή τον πόλεμο μεταξύ της Οθωμανικής Τουρκίας και της Αιγύπτου.
    Η Κρήτη είχε δοθεί από τους Τούρκους στην Αίγυπτο ως … δώρο για την βοήθεια τους , όμως με αφορμή τον πόλεμο αυτό οι Τούρκοι επεδίωξαν και με την βοήθεια των Βρετανών πέτυχαν να την πάρουν πίσω.
    Οι Άγγλοι με την επιστροφή της Κρήτης στην Τουρκία αποδυνάμωναν τόσο την Αίγυπτο όσο και την Γαλλία η επιρροή της οποίας στην Αίγυπτο ήταν τότε σημαντική.
    Μάλιστα οι Γάλλοι προς στιγμή απείλησαν με πόλεμο , δεν προχώρησαν όμως γιατί συν τοις άλλοις διαπίστωσαν ότι οι υπόλοιπες ισχυρές δυνάμεις θα υποστήριζαν την Αγγλία.
    Την Άνοιξη του 1866 και με αφορμή την καταπάτηση των δικαιωμάτων που είχαν δοθεί το 1858 , οι Έλληνες του νησιού συνέταξαν αναφορά ζητώντας την τήρηση των προνομίων του 1858 , την ελάφρυνση των φόρων , την βελτίωση της δικαστικής δικαιοσύνης , μεγαλύτερη θρησκευτική ανεξιθρησκία και βελτίωση του οδικού συστήματος.
    (Γεωργίου Ασπρέα , Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας 1821-1921 ,Βιβλίο 2ο Σελ.9)
    Η καθυστερημένη τουρκική απάντηση αλλά και οι απειλές της , ανάγκασαν πολλούς Κρητικούς να πάρουν τα όπλα , με την ελληνική κυβέρνηση συνεργασίας των Δεληγεώργη – Βούλγαρη να υποστηρίζει ένθερμα την επανάσταση.
    Σύμφωνα με τον Ασπρέα η Ελληνική κυβέρνηση βοήθησε τον Κρητικό αγώνα βασιζόμενη για μια ακόμη φορά και σε ρωσικές υποσχέσεις που όμως δεν υλοποιήθηκαν.
    Μάλιστα ο Ασπρέας θεωρεί ότι η συμπεριφορά της Ρωσίας ήταν και ο μετέπειτα βασικός λόγος της πολιτικής μεταστροφής του πολιτικού Δεληγεώργη που από φανατικός ρωσόφιλος θα εξελιχθεί σε ένθερμο θιασώτη της Αγγλίας.
    Οι Τούρκοι θα αποστείλουν σημαντικές ενισχύσεις στο νησί , νικώντας στη μάχη του Βαφέ αλλά και πετυχαίνοντας την εκπόρθηση του Αρκαδίου τον Νοέμβριο του 1866 , μία από τις ηρωικότερες σελίδες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας.
    Πάντως παρά τις επιτυχίες αυτές οι Τούρκοι αδυνατούσαν να εισχωρήσουν στα ορεινά εδάφη, ελέγχοντας μόνο τις πόλεις και τις πεδιάδες.
    Το 1867 θα αποστείλουν νέες ενισχύσεις υπό τον Ομέρ, οι θηριωδίες του οποίου θα αναγκάσουν την ελληνική κυβέρνηση να αποστείλει υπομνήματα σε όλες τις μεγάλες δυνάμεις ζητώντας (ανεπιτυχώς πάντως )πλοία να παραλάβουν τον άμαχο πληθυσμό …
    Τελικά στα τέλη του 1868 οι μεγάλες δυνάμεις και αφού η Τουρκία υποσχέθηκε να αναστείλει τις εχθροπραξίες , ξεκίνησαν συνομιλίες (αποκλείοντας πάντως την Ελλάδα με την αιτιολογία ότι δεν συμμετείχε στην υπογραφή του πρωτόκολλου του 1858).
    Οι ισχυροί της Ευρώπης απαγόρευαν στην Ελλάδα να προσφέρει εφεξής οποιαδήποτε βοήθεια σε επαναστάτες αλλά και υποχρέωσαν την Τουρκία να δεχθεί ένα νέο περισσότερο φιλελεύθερο καταστατικό χάρτη .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Λινάρδος Κωνσταντίνος16 Μαρ 2012, 7:44:00 μ.μ.

    (Συνέχεια)
    Νέες ελπίδες ένωσης με την Ελλάδα γεννήθηκαν το 1877 με αφορμή τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο.
    Με την προτροπή και της ελληνικής κυβέρνησης, οι Κρήτες ξεσηκώνονται και οι συγκρούσεις με τον Οθωμανικό στρατό αλλά και σώματα ντόπιων μουσουλμάνων ατάκτων θα κρατήσουν όλη την άνοιξη του 1878.
    Όμως η συνθήκη του Βερολίνου το καλοκαίρι του ίδιου έτους θα διαψεύσει για άλλη μια φορά τις ελπίδες τους, αφού τα συμφέροντα των ισχυρών δεν επιθυμούσαν ακόμη την ένωση του νησιού με την μητέρα πατρίδα.
    Για να αποφευχθούν όμως μελλοντικές εξεγέρσεις , οι ξένες δυνάμεις θα προβούν σε τροποποιήσεις του ισχύοντος (στα χαρτιά) οργανικού νόμου του 1868 με ένα νόμο γνωστό ως σύμβαση της Χαλέπας , κατά τρόπο που να ενισχύει τα δικαιώματα των Ελλήνων της Κρήτης που αποτελούσαν και το 75% του πληθυσμού.
    Παράλληλα συνιστούσαν από την Οθωμανική Κυβέρνηση να είναι περισσότερο προσεκτική σε ότι αφορούσε την τήρηση των νέων βελτιωμένων διατάξεων…
    Βάση αυτών δινόταν στους Κρητικούς ένα είδος διοικητικής αυτονομίας , με τον διορισμό διοικητή (Μουσουλμάνου ή Χριστιανού) 5ετούς διάρκειας ,την αύξηση των αρμοδιοτήτων της τοπικής συνέλευσης με τους Χριστιανούς να εκλέγουν 49 αντιπροσώπους έναντι 31 Μουσουλμάνων, την στελέχωση της Αστυνομίας (εκτός του Αρχηγού) αλλά και των δημοσίων υπηρεσιών από τον ντόπιο πληθυσμό , την αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης (με εξαίρεση την γενική αλληλογραφία) σε δικαστήρια και βουλή κλπ.
    Επίσης επιτρεπόταν πλέον η έκδοση τοπικών εφημερίδων , η ίδρυση φιλολογικών συλλόγων και η λειτουργία τυπογραφείων.
    Σημαντική κατάκτηση για τους Έλληνες θεωρήθηκε επίσης ότι οι διατάξεις της σύμβασης της Χαλέπας δεν μπορούσαν να καταργηθούν από το Οθωμανικό Σύνταγμα , ενώ όσες αποφάσεις ή μεταγενέστερες διατάξεις ήταν αντίθετες στο Κρητικό Σύνταγμα δεν θα είχαν ισχύ σε αυτό.
    Πάντως όσες αποφάσεις λαμβάνονταν από την Κρητική βουλή θα έπρεπε να επικυρώνονται από το Οθωμανικό κράτος γεγονός που δημιουργούσε αμφιβολίες για την εύρυθμη λειτουργία του νέου Συντάγματος.
    (Η Ελλάδα και το ανατολικό ζήτημα 1875-1881, Ευάγγελος. Κωφός , Σελ.215).
    Η σύμβαση της Χαλέπας δημιούργησε αρκετές προσδοκίες που όμως διαψεύστηκαν εν μέρει και από την συμπεριφορά των ντόπιων ελλήνων της Κρήτης που είχαν χωρισθεί και σε δύο κόμματα τους Συντηρητικούς (καραβανάδες) και τους Φιλελεύθερους (ξυπόλητους).
    Οι συνεχείς αντιδικίες όχι μόνο δημιούργησαν αρκετά προβλήματα στην άσκηση διοίκησης αλλά έδωσαν στους Τούρκους (που ανέκαθεν δημιουργούσαν προσκόμματα φροντίζοντας να συντηρούν και να υποδαυλίζουν τις όποιες διαφορές ) το πρόσχημα να επέμβουν ξανά στα εσωτερικά του νησιού…
    Η κατάσταση θα χειροτερεύσει το 1888 όταν οι Τούρκοι με αφορμή την διασάλευση της τάξης θα στείλουν στο νησί ισχυρή στρατιωτική δύναμη με πρόφαση την καταστολή της αναρχίας. Η επανεμφάνιση τουρκικών στρατευμάτων στο νησί θα οδηγήσει σε έξαψη τα πνεύματα με τον κίνδυνο επανάστασης να είναι πλέον ορατός.
    Η τότε κυβέρνηση Τρικούπη θα αποστείλει διαβήματα σε όλες τις χώρες ζητώντας την απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων κατ’ εφαρμογή των συνθηκών του 1878, όμως οι ισχυρές δυνάμεις της εποχής θα απορρίψουν τα ελληνικά ζητήματα αφήνοντας τα τουρκικά στρατεύματα να επιβάλλουν την τάξη.
    Έτσι οι Έλληνες του νησιού (και παρά τις αντίθετες προτροπές της κυβέρνησης Τρικούπη) αποφασίζουν να απέχουν των εκλογών της 6ης Μαΐου του 1890 ελπίζοντας με τον τρόπο αυτό να πετύχουν την απομάκρυνση των τουρκικών δυνάμεων.
    Η τακτική αυτή όμως έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα. Οι Τούρκοι θεώρησαν ότι οι Κρητικοί με την στάση τους αυτή, παραιτήθηκαν εκούσια από τα δικαιώματα τους.
    Έτσι αποφασίζουν να στείλουν ξανά Τούρκο τοποτηρητή στο νησί με νέες εκτεταμένες δικαιοδοσίες .
    Όλη αυτή η κατάσταση δεν οδηγούσε πουθενά μόνο αύξαινε τις εντάσεις .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Λινάρδος Κωνσταντίνος16 Μαρ 2012, 7:45:00 μ.μ.

    (Συνέχεια)
    Το 1895 έχουμε μια προσπάθεια εξομάλυνσης της κατάστασης με τον διορισμό σαν διοικητή ενός Έλληνα Οθωμανού υπηκόου του Καραθεοδωρή (παλαιού διοικητή της αυτόνομης Σάμου) , με τους Έλληνες του νησιού να αποφασίζουν να συμμετέχουν πλέον στα κοινά ,αίροντας την αποχή τους.
    Όμως και αυτή η προσπάθεια καταλήγει σε αποτυχία αφού οι Τούρκοι κάνουν εκ νέου ότι μπορούν για να τορπιλίσουν τις προσπάθειες του ανθρώπου που οι ίδιοι τοποθέτησαν , ώστε να δείξουν ότι οι Έλληνες ήταν ανίκανοι να διοικήσουν το νησί .
    Το αδιέξοδο θα συνεχιστεί και το 1896 με τους Τούρκους να προσπαθούν να καταργήσουν οριστικά τα προνόμια του 1878 και τους Έλληνες του νησιού να δημιουργούν τις πρώτες επαναστατικές επιτροπές.
    Το καλοκαίρι του 1896 η κατάσταση στο νησί θα είναι τεταμένη.
    Οι εμπρησμοί και οι λεηλασίες θα είναι καθημερινό φαινόμενο ενώ οι συρράξεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων του νησιού θα είναι συχνές.
    (Την εποχή εκείνη οι Έλληνες του νησιού υπολογίζονταν σε 250.000 περίπου , ενώ οι Τούρκοι σε 80.000).
    Τα γεγονότα αυτά θα αναγκάσουν τις ισχυρές δυνάμεις της εποχής να ασχοληθούν ουσιαστικότερα με το Κρητικό ζήτημα .
    Έτσι με την καθοριστική παρέμβαση τους θα επιτευχθεί τον Αύγουστο του 1896 ένας συμβιβασμός με την δημιουργία ενός μέσου πολιτεύματος ανάμεσα στην πλήρη αυτονομία και την πλήρη εξάρτηση του νησιού από την Τουρκία.
    Ήδη όμως τα διεθνή κέντρα αποφάσεων είχαν αποφασίσει να δώσουν ένα μάθημα στην Ελλάδα που δεν εννοούσε να πληρώσει τα χρέη της έχοντας κηρύξει πτώχευση από το 1893. Το γεγονός αυτό το είχε αντιληφθεί η Τουρκία που άρχισε να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο πολέμου την ίδια ώρα που στην Ελλάδα η εκτός τόπου και χρόνου Φιλική Εταιρεία είχε ουσιαστικά υποκαταστήσει την άβουλη Κυβέρνηση Δηλιγιάννη , σπρώχνοντας την χώρα μας στον εκ προοιμίου χαμένο πόλεμο του 1897…
    Ήταν ευτύχημα που οι πολιτικές συγκυρίες της εποχής δεν υποχρέωσαν την Ελλάδα να επιστρέψει την Θεσσαλία , αλλά και ότι τελικά οι Τούρκοι παρά την νίκη τους υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν την αυτονομία του νησιού.
    Μάλιστα ορισμένες τουρκικές προτάσεις για παραχώρηση της Κρήτης στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την επιστροφή της Θεσσαλίας στην Τουρκία θα απορριφθούν κατηγορηματικά από τις ξένες δυνάμεις αλλά και από την Ελλάδα.
    Τον Οκτώβριο του 1897 οι Κρητικοί θα αποδέχονταν επίσημα και με υπογεγραμμένο ψήφισμα από 88 πληρεξούσιους , το καθεστώς της αυτονομίας.
    (Πολιτική ιστορία Γεωργίου Ασπρέα 1830-1912, Τόμος Β’ Σελ.282-283).
    Το γεγονός αυτό έλυσε τα χέρια των ισχυρών που ουσιαστικά ανάγκασαν και την Οθωμανική πλευρά να αποδεχτεί τις προτάσεις τους.
    Το νησί θα παρέμενε αυτόνομο υπό την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου όμως ο τουρκικός στρατός θα αποχωρούσε και η ανώτατη διοίκηση θα παραχωρείτο στον ύπατο αρμοστή (πρώτος ύπατος αρμοστής τελικά ορίστηκε ο τότε πρίγκιπας Γεώργιος).
    Έτσι τόσο ο Τούρκος διοικητής όσο και τα τουρκικά στρατεύματα αποχώρησαν από το νησί τον Νοέμβριο του 1898 και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους αποβιβάστηκε στο νησί ο πρίγκιπας Γεώργιος.
    Μετά το γεγονός αυτό η ένωση φαινόταν ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί με την πρώτη ευκαιρία, όπως και έγινε το 1913.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Ο σχολιασμός του αναγνώστη (ενημερωμένου η μη) είναι το καύσιμο για το ιστολόγιο αυτό, έτσι σας προτρέπουμε να μας πείτε την γνώμη σας. Τα σχόλια οφείλουν να είναι κόσμια, εντός θέματος και γραμμένα με Ελληνικούς χαρακτήρες (όχι greeklish και κεφαλαία).

Καλό είναι όποιος θέλει να διατηρεί την ανωνυμία του να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο έτσι ώστε σε περίπτωση διαλόγου, να γίνεται αντιληπτό ποιος είπε τι. Κάθε σχόλιο το οποίο είναι υβριστικό η εμπαθές, θα διαγράφεται αυτομάτως.

"Encompass worlds but do not try to encompass me..."

Walt Whitmann

Όλα τα θέματα του ιστολογίου

Εμφάνιση περισσότερων