Γεννήθηκε στο Καμάρι Κορινθίας, και ήταν γιος του έμπορου και δικολάβου Επαμεινώνδα Τσαλδάρη. Η οικογένειά του είχε μικρασιατική καταγωγή που φέρονταν να εγκαταστάθηκε στη Πελοπόννησο περί το 1750. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα, όπου ανακηρύχθηκε αριστούχος Διδάκτωρ Νομικής το 1889. Το 1890 διορίστηκε δικηγόρος στην Πάτρα και αμέσως έφυγε στο εξωτερικό για συμπλήρωση σπουδών στο Γκαίτινγκεν, στο Βερολίνο, στη Λειψία και στο Παρίσι. Το 1893 επέστρεψε στην Ελλάδα, μετατέθηκε στην Αθήνα όπου και ασχολήθηκε με τη δικηγορία. Λόγω του περιορισμένου κύκλου εργασιών, ίδρυσε νομικό φροντιστήριο από το οποίο και αναγνωρίστηκε γρήγορα ως σπουδαίος νομικός.

Α΄ Περίοδος (1910 - 1922)
Αναμίχθηκε με την πολιτική όπου και εκλέχτηκε πρώτη φορά πληρεξούσιος Αργολιδοκορινθίας στην Αναθεωρητική Βουλή του 1910 (6 Αυγούστου 1910) για την ανάδειξη της Α΄ Αναθεωρητικής Βουλής καθώς και στην ανάδειξη της απλής Βουλής του 1912 (11 Μαρτίου). Από τότε εκλεγόταν συνεχώς, με εξαίρεση τις εκλογές του 1923, στις οποίες αρνήθηκε να μετάσχει. Στη Βουλή συμμετείχε ως Ανεξάρτητος με τον Δημήτριο Γούναρη με τον οποίο συνδέονταν με στενή φιλία. Χρημάτισε Υπουργός Δικαιοσύνης το 1915, στην Κυβέρνηση Γούναρη, Εσωτερικών και Συγκοινωνιών το 1920 και το 1926 στις Κυβερνήσεις Νικόλαου Καλογερόπουλου, Δημητρίου Γούναρη και Αλεξάνδρου Ζαΐμη.


Κατά την περίοδο του Διχασμού μετά την επικράτηση του Κινήματος της Εθνικής Αμύνης ο Π. Τσαλδάρης συνελήφθη και εκτοπίστηκε αρχικά στην Ύδρα και στη συνέχεια στη Σκόπελο, όπου γνωρίστηκε με την κόρη του εκτοπισμένου επίσης εκεί, Βυζαντινολόγου και καθηγητή του Πανεπιστημίου Σ. Λάμπρου, την Λίνα Λάμπρου που νυμφεύτηκε αργότερα. Στη συνέχεια ανέλαβε ηγετικό στέλεχος στο Κόμμα των Εθνικοφρόνων. Το 1919 συμμετείχε ως εκπρόσωπός του στην ίδρυση της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης που είχε ως έμβλημα το περίφημο κλαδί ελιάς. Το 1920 στις κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου, (κατά τις οποίες ηττήθηκε το Κόμμα των Φιλελευθέρων), των Δημητρίου Ράλλη, Νικολάου Καλογερόπουλου, και Δημητρίου Γούναρη ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών και Συγκοινωνιών. Τον Μάρτιο του 1922 αναγκάσθηκε για λόγους υγείας να μεταβεί στο εξωτερικό.

Β΄ Περίοδος (1922-1935)

Λίγους μήνες μετά, με την επιστροφή του στην Ελλάδα, όπου είχε επικρατήσει το Κίνημα του 1922 συνελήφθη αμέσως από τους κινηματίες ως "πολιτικός εγκληματίας" και φυλακίστηκε. Τελικά μετά τη στημένη και προαποφασισμένη "Δίκη" των Έξι και την εκτέλεση δια τουφεκισμού του Δημητρίου Γούναρη, αποφυλακίστηκε στις 8 Ιανουαρίου 1923 ύστερα από αμνηστία που του δόθηκε. Στις εκλογές του 1923 (στις 16 Δεκεμβρίου) για την εκλογή της Δ΄ Συντακτικής συνέλευσης δεν έλαβε μέρος. Τον Ιανουάριο του 1924 ανέλαβε προσωρινά και από 4 Μαΐου (1924) οριστικά, την αρχηγία του Λαϊκού Κόμματος όπως είχε μετονομαστεί το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Δ. Γούναρη από τον Νοέμβριο του 1920.

Το Λαϊκό Κόμμα υποστήριζε τη Βασιλευόμενη Δημοκρατία ως το καταλληλότερο πολίτευμα για την Ελλάδα. Αλλά σε όλη την δεκαετία του 1920 ο Τσαλδάρης απέφευγε να έρθει σε απευθείας σύγκρουση και ρήξη με τους Φιλελεύθερους για αυτό το ζήτημα επιδεικνύοντας συναινετική διάθεση για να καταλαγιάσουν τα πάθη. Θεωρούσε ότι μοναδική διέξοδος για το πρόβλημα ήταν να ερωτηθεί ο λαός με δημοψήφισμα, όταν όμως τα πράγματα θα ήταν πιο ήρεμα, και να υποταχθούν όλοι στην κρίση του. Στη συνέχεια θα διαφανεί ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε την παλινόρθωση και για αυτό προσπαθούσε να μετριάσει τα ακραία στοιχεία του Λαϊκού Κόμματος. Σε κάθε περίπτωση ο Τσαλδάρης επέλεξε και επέβαλε την την εποικοδομητική αντιπολίτευση.
Δύο υπήρξαν τα θεμελιώδη αιτήματα των Λαϊκών αυτήν την περίοδο: η επαναφορά των αξιωματικών που είχαν αποταχθεί λόγω πολιτικών φρονημάτων και η αποτελεσματική απαγόρευση της παρέμβασης των στρατιωτικών στην πολιτική.

Στα εσωτερικά ζητήματα το Λαϊκό Κόμμα, συνεχίζοντας τη Δηλιγιαννική παράδοση, αποσκοπούσε στην άμβλυνση των αρνητικών επιπτώσεων της ανάπτυξης και στην σταθεροποίηση της κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Όσο περισσότερο τα στρώματα διαφοροποιούνταν και όσο πιο περίπλοκα γίνονταν
ο Τσαλδάρης έξω από το Αρχηγείο της χωροφυλακής(δίπλα του ο Α. Έβερτ)
τα προβλήματα. Δε θεωρούσε όμως ότι συνολικά η οικονομική ανάπτυξη ήταν αρνητική. Επικέντρωνε όμως αποκλειστικά στην ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα θεωρώντας πως η αγροτική παραγωγή ταίριαζε περισσότερο στο χαρακτήρα του ελληνικού έθνους και εμπόδιζε την εμφάνιση έντονων ταξικών ανταγωνισμών, όπως θεωρούσαν ότι επέφερε η ανάπτυξη της βιομηχανίας με την ενδυνάμωση της εργατικής τάξης. Συγκεκριμένα, θεωρούσε ότι οι αγρότες ήταν ένα συντηρητικό στρώμα σε αντίθεση με τους εργάτες και για αυτό θα έπρεπε να στηριχθούν με δίκαιη διανομή γης, ενώ υποστήριζε την αποκατάσταση των προσφύγων με την παραχώρηση γης.


Επιπλέον, υποστήριζε την ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής, την αύξηση των εξαγωγών, την απρόσκοπτη επικράτηση των νόμων της αγοράς στον αγροτικό τομέα. Κεντρικό σημείο της οικονομικής πολιτικής ήταν η άκρα λιτότητα και οι ισολογισμένοι προϋπολογισμοί, ώστε οι μικρο αγρότες να απαλλαχθούν από τις φορολογικές επιβαρύνσεις. Το πρόγραμμα αυτό θεωρούσαν οι Λαϊκοί ότι ανταποκρινόταν στα συμφέροντα όχι μόνο των μικρο αγροτών και των μεσοαστικών στρωμάτων, με τα οποία το Λαϊκό Κόμμα είχε ισχυρούς δεσμούς, αλλά και σε χρηματιστικούς κύκλους. Ο Τσαλδάρης υπεράσπιζε τις ισορροπημένες σχέσεις κεφαλαίου και εργασίας και για αυτό υποστήριζε τις κοινωνικές ασφαλίσεις και τις συλλογικές συμβάσεις. Ο ίδιος μάλιστα διαφοροποιούταν από την γενικότερη τάση των Βουλευτών του Λαϊκού Κόμματων να αρνούνται την ύπαρξη τάξεων. Το 1928 συμμετείχε ως Υπουργός Εσωτερικών στην πεντακομματική Οικουμενική Κυβέρνηση (πλην Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδος).

Προσπαθούσε να ακολουθήσει συγκρατημένη γραμμή, δείχνοντας κατανόηση για τις διαμαρτυρίες και υποστηρίζοντας τις κοινωνικές παροχές. Αλλά παράλληλα στήριζε την πολιτική των εκτοπίσεων, τη διάλυση των εργατικών οργανώσεων και των αριστερών συνδικαλιστών. Η γενικότερη μετριοπαθής στάση του στην Οικουμενική και τα λογικά αιτήματα που έθετε, τα οποία γίνονταν αποδεκτά από τα άλλα κόμματα ενίσχυσαν τη μετριοπαθή πτέρυγα στο Κόμμα. Απέρριπτε τη θεσμοθέτηση γερουσίας στη συζήτηση για το νέο Σύνταγμα. Αντίθετα, υποστήριξε να ενταχθούν στο σύνταγμα στοιχεία άμεσης δημοκρατίας. Επίσης, θεωρούσε πρώτιστο ζήτημα την θεσμοθετημένη προστασία της ιδιοκτησίας. Αυτό τον έφερνε όμως σε σύγκρουση με την πολιτική των απαλλοτριώσεων και ως εκ τούτου με την αγροτική πολιτική και τα αγροτικά στρώματα που επεδίωκε να εκφράσει. Τελικά, το Λαϊκό Κόμμα θα συναινέσει στο νέο σύνταγμα, αλλά θα αποχωρήσει από την Οικουμενική, διαφωνώντας με τους Φιλελευθέρους στη δημοσιονομική πολιτική.

Ο Τσαλδάρης και το Λαϊκό Κόμμα διαφωνούσαν κάθετα με την καθιέρωση της Δημοτικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε συνεπής υποστηρικτής της ισοπολιτείας Ελλήνων και Εβραίων Ελλήνων Πολιτών διαφωνώντας με τη θέση του Ελευθέριου Βενιζέλου ότι η ισοπολιτεία
Παναγής και Λίνα Τσαλδάρη με το ζεύγος Ινονού και τον Δ. Μάξιμο
αποτελούσε δικαίωμα μόνο των «εξελληνισμένων» της Ισραηλίτικης Κοινότητας της Θεσσαλονίκης και ότι θα έπρεπε να περάσει αρκετός χρόνος μέχρι οι Έλληνες να πεισθούν ότι οι Εβραίοι έχουν ειλικρινή πρόθεση να ενσωματωθούν. Γι' αυτό κατηγόρησε την κυβέρνηση Βενιζέλου στα 1928 ότι εμπόδιζε την αφομοίωσή τους.

Αντέδρασε έντονα στην πολιτική προσέγγισης με την Τουρκία που ακολούθησε ο Βενιζέλος, υποστηρίζοντας πως η Ελλάδα προέβη σε παραχωρήσεις προς την Τουρκία χωρίς κανένα ουσιαστικό αντάλλαγμα. Επίσης υποστήριξε πως η συμφωνία του 1930 δεν εξασφάλιζε τα δικαιώματα της Ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία και πως η ρύθμιση του ζητήματος των περιουσιών ήταν εις βάρος των Ελληνικών συμφερόντων. Πάντως ως πρωθυπουργός συνέχισε στα Ελληνοτουρκικά την πολιτική του προκατόχου του, ενώ ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή αμυντικού Βαλκανικού Συμφώνου, το οποίο υπέγραψε ο ίδιος ως πρωθυπουργός το 1934.


Γ΄ Περίοδος (1932-1936)
Γενικά
Το Μάρτιο του 1932 το Λαικό Κόμμα κέρδισε τις εκλογές, καθώς η δημοτικότητα του Βενιζέλου είχε τρωθεί σοβαρά λόγω της χρεοκοπίας, των μεγάλων οικονομικών σκανδάλων και του σκανδαλώδους συμψιφισμο των περιουσιών των Μικρασιατών στον βωμό της Ελληνοτουρκικής φιλίας. Για να αποτραπεί ένα πραξικόπημα από Φιλελεύθερους Στρατιωτικούς που φοβούνταν για την Αβασίλευτη Δημοκρατία, ο Τσαλδάρης έδωσε γραπτή δήλωση ότι το Κόμμα αναγνώριζε το Δημοκρατικό Καθεστώς ανακουφίζοντας τη φιλελεύθερη κοινή γνώμη. Στη συνέχεια, σχημάτισε Κυβέρνηση Συνεργασίας του Κόμματος του, του Εθνικού Ριζοσπαστικού Κόμματος και των Ελευθεροφρόνων. Πολύ σύντομα όμως τα πράγματα θα οδηγηθούν σε νέες εκλογές και σε μια καθαρή νίκη της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης. Η νίκη αυτή οδήγησε σε ένα αποτυχημένο πραξικόπημα του Νικολάου Πλαστήρα, οξύνοντας τις σχέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων και ανοίγοντας το δρόμο για εξωκοινοβουλευτικές παρεμβάσεις.

Το Μάρτιο του 1933 ο Τσαλδάρης σχημάτισε Νέα Κυβέρνηση με τον Κονδύλη υπό τη δική του Προεδρία. Σημαντικό μέλημα της Νέας Κυβέρνησης ήταν η αναζήτηση των πρωταίτιων του
Ο Παναγής Τσαλδάρης υπογράφει το Βαλκανικό Σύμφωνο
πραξικοπήματος. Μέσα σε αυτό το κλίμα έλαβε χώρα και η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου. Τελικά, ο Τσαλδάρης θα επιδείξει ακόμη μια φορά συναινετικός παραχωρώντας αμνηστία και προκαλώντας εσωτερική κρίση στο Κόμμα με αποχωρήσεις σημαντικών στελεχών του. Ο Τσαλδάρης και το Λαϊκό Κόμμα θα αρνηθούν όμως αμνηστία στους διωκόμενους Κομμουνιστές και θα εντείνουν τις διώξεις εναντίον τους.

Ο Αντικομουνισμός εξάλλου αποτελούσε θεμελιώδη τμήμα του ιδεολογικού πλαισίου και του λόγου των Λαϊκών. Στις εξωκοινοβουλευτικές δικτατορικές λύσεις που υποστήριζαν ολοένα και περισσότερο οι ακραίοι του Κόμματος, η μετριοπαθής ηγεσία των Λαϊκών υπό τον Τσαλδάρη θα λάβει σαφή αρνητική θέση. Στη συνέχεια το Λαϊκό Κόμμα υπό το φόβο νέου πραξικοπήματος που σχεδίαζε ο Βενιζέλος, κατάργησε κοινοβουλευτικά άρθρα του συντάγματος που περιόριζαν τις ελευθερίες και προώθησε νέο δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Ο ίδιος ο Τσαλδάρης θα αρνηθεί αρχικά την τελευταία αυτή προοπτική, αλλά στη συνέχεια θα υποκύψει πιεζόμενος από τα φιλοβασιλικά στοιχεία της Αντιβενιζελικής Παράταξης, παραμένοντας όμως διστακτικός. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που κυβέρνησε απρόσκοπτα, ο Παναγής Τσαλδάρης επέδειξε σταθερότητα στην άσκηση των καθηκόντων του. Κατάφερε και σταθεροποίησε την οικονομία, αύξησε τις
Ο Τσάλδάρης ανάμεσα στους Ζαίμη και Κονδύλη σε επίσημο εορτασμό
εξαγωγές καπνών, ενώ διεξήγαγε επιτυχημένα τις πρώτες διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές της Ελλάδος μετά την Βενιζελική χρεοκοπία του 1932.  

Τον Μάρτιο του 1935 έλαβε χώρα το αναμενόμενο από όλους Βενιζελικό κίνημα (τα σχέδια του είχαν δημοσιευθεί στις εφημερίδες τρεις μέρες πριν γίνει η πρώτη ενέργεια!), με ηγέτη τον ίδιο τον Βενιζέλο και κατ΄όνομα αρχηγό τον Νικόλαο Πλαστήρα που βρισκόταν στην Γαλλία. Σε αυτό προσχώρησαν όλοι οι σημαντικοί Βενιζελικοί αξιωματικοί όπως ο Σαράφης και οι αδερφοί Τσιγάντε στην Αθήνα, ενώ στασίασε το Δ΄ Σώμα στρατού στην Καβάλα υπό τον υποστράτηγο Καμμένο. Με μια τολμηρή πειρατική κίνηση από τους ναυάρχους Δεμέστιχα και Κολιαλέξη όλος ο στόλος απέπλευσε από τον ναύσταθμο της Σαλαμίνας με κατεύθυνση την Κρήτη που ήταν το αρχηγείο των στασιαστών.
Το κίνημα αντιμετωπίστηκε αρνητικά από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης και έτσι ο μετριοπαθής Τσαλδάρης παραμέρισε και ανέλαβαν οι Κονδύλης, Μεταξάς να συντρίψουν το (κακοσχεδιασμένο) κίνημα. Οι κυβερνητικοί κατάφεραν να διατηρήσουν υπό τον έλεγχο τους την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη, έτσι πολύ σύντομα το Βενιζελικό κίνημα συνετρίβη στις όχθες του Στρυμόνα. Χάρις τον Τσαλδάρη αποφεύχθησαν οι μαζικοί τουφεκισμοί των κινηματιών τους οποίους απαιτούσαν οι ακραίοι (εκτελέστηκαν μόλις δύο αξιωματικοί αλλά και ο Αναστάσιος Παπούλας που είχε θεωρηθεί από τους ακραίους του Λαικού κόμματος ως υπεύθυνος για την εκτέλεση των "εξι"). Μετά από συνοπτικά στρατοδικεία αποτάχθηκαν εκατοντάδες Βενιζελικοί αξιωματικοί.


Γενικώς το αποτυχημένο Βενιζελικό κίνημα πέτυχε ακριβώς αυτό που υποτίθεται προσπαθούσε να αποσοβήσει: ενίσχυσε όσους υποστήριζαν την άμεση επαναφορά της Βασιλείας και αποδυνάμωσε τον
Οικονόμου, Ρέππας και Παπάγος με τον Κονδύλη
μετριοπαθή Τσαλδάρη. Έτσι στις 10 Οκτωβρίου 1935, ο Τσαλδάρης ανετράπη από στρατιωτικό πραξικόπημα υπό τον υποστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο τον πτέραρχο Ρέππα και τον ναύαρχο Οικονόμου, εξαιτίας ακριβώς της διστακτικής στάσης του. Οι δύο αντιστράτηγοι σταμάτησαν το αυτοκίνητο που μετέφερε τον Τσαλδάρη στην Βουλή απαιτώντας την άμεση επαναφορά του Βασιλιά.  Γενικά, το Λαϊκό Κόμμα με ηγέτη πλέον και αντιβασιλέα τον Γεώργιο Κονδύλη, θα στηρίξει τους πραξικοπηματίες που θα επιβάλλουν το δημοψήφισμα και την επάνοδο της Βασιλείας. Η μετριοπαθής και σχετικά φιλοδημοκρατική στάση του Τσαλδάρη ηττήθηκε ολοκληρωτικά οδηγώντας σε όξυνση του Εθνικού Διχασμού. Ο Παναγής Τσαλδάρης απεβίωσε το 1936 από ανακοπή καρδιάς. Ο αιφνίδιος θανατος του (την ίδια χρονική περίοδο με αυτούς του Παπαναστασίου και του Κονδύλη) άνοιξε την πόρτα της εξουσίας στον Ιωάννη Μεταξά. Ο Τσαλδάρης ήταν παντρεμένος με την Λίνα Λάμπρου και δεν είχε παιδιά. Ανιψιός του ήταν ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης.

Πηγές
http://el.wikipedia.org/
http://iliatora.gr

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε... 28 Δεκεμβρίου 2011 - 1:36 μ.μ.

τελικα, ποια ηταν πιο εποικοδομητικη περιοδος για την Ελλαδα? Η τελευταια τετραετια του Βενιζελου, η η περιοδος Τσαλδαρη, η οποια ακολουθησε αμεσως μετα?

φιλίστωρ είπε... 29 Δεκεμβρίου 2011 - 9:29 π.μ.

θέτετε ένα θέμα λίαν ενδιαφέρον. Προσωπικά πιστεύω πως και δύο αυτές πολιτικές προσωπικότητες ήταν προικισμένες με ηγετικά χαρίσματα και ικανότητες για να προσφέρουν πολλά στην Ελλάδα.
Οι αρνητικές συνθήκες όμως υπό τις οποίες κυβέρνησαν δεν τους επέτρεψαν να προσφέρουν αυτά που μπορούσαν.

Έτσι στην τετραετία Βενιζέλου έγινε το μεγάλο οικονομικό κραχ, ενώ στην σύντομη διετία Τσαλδάρη ο δεύτερος μεγάλος Διχασμός. Τα γεγονότα εκ των πραγμάτων τους ξεπέρασαν, ενώ η δυναμική των προβλημάτων της αποκατάστασης των προσφύγων ταλάνιζε το Ελληνικό κράτος σε όλο τον μεσοπόλεμο.

Απλά πιστεύω πως ο Παναγής Τσαλδάρης ως φωνή λογικής και ως ήπιος πολιτικός του μεσοπολέμου με πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό του, λείπει από την συλλογική Ελληνική Ιστορική μνήμη. Οι λόγοι της απουσίας αυτής δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ανάλυση...

 
Top