Ο Σκυριανός Μαντζουράνης Κουναδίνης – Από τη Θεσσαλονίκη, μετανάστης στη Βραζιλία… και από εκεί, στις θάλασσες του κόσμου, Αθήνα 2026.
γράφει ο Γιάννης Δασκαρόλης
Ο Μαντζουράνης Κουναδίνης γεννήθηκε στη Σκύρο το 1933 και από νεαρή ηλικία συνδέθηκε με τη θάλασσα, ακολουθώντας το ναυτικό επάγγελμα και εργαζόμενος επί σειρά ετών στο εμπορικό ναυτικό. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 μετανάστευσε στη Βραζιλία, στο πλαίσιο προγράμματος οργανωμένης ελληνικής μετανάστευσης. Παρέμεινε εκεί περίπου μία πενταετία και ακολούθως ναυτολογήθηκε σε νορβηγικό τάνκερ. Το 1959 τιμήθηκε από το Liverpool Shipwreck and Humane Society για τη συμμετοχή του στη διάσωση Νορβηγού ναυτικού στο λιμάνι του Λίβερπουλ, γεγονός που ενέπνευσε αργότερα το ποίημά του «Ο φίλος μου ο Χάνσεν».
Το 2018 η οικογένειά του ανακάλυψε τυχαία το αρχείο του στο πατάρι της οικίας του. Ανάμεσα στα τεκμήρια υπήρχε και ένα προσωπικό χρονικό του Κουναδίνη, το οποίο ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Ορφανοτροφείο «Αριστοτέλης», συνεχίζει με τις διάφορες δουλειές του στην Αθήνα και φτάνει έως την απόφασή του να φύγει μετανάστης στη Βραζιλία.
Διάβασα αρκετά γρήγορα τις αναπολήσεις του Κουναδίνη από αυτά τα δύσκολα στάδια της ζωής του και το πρώτο συναίσθημα που με κυρίευσε ήταν αναμφίβολα η συμπόνια για ένα νέο παιδί που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του μέσα στις σκληρές συνθήκες της Ελλάδας των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.
Φαίνεται ότι η περίοδος που πέρασε μέχρι την ενηλικίωσή του στο ορφανοτροφείο ήταν σχετικά ανέφελη. Ακολούθησε όμως μια περίοδος συμπυκνωμένης δυστυχίας και σκληρών εμπειριών, που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του. Στο πρώτο στάδιο της ζωής του στην Αθήνα αισθανόταν αδικημένος τόσο από το κοινωνικό σύνολο όσο και από την οικογένειά του και, μέσα σε αυτό το κλίμα, αποφάσισε να μεταναστεύσει στη Βραζιλία σε ηλικία μόλις 19 ετών.
Στις αναμνήσεις του υπάρχει μια ιδιαίτερα δυνατή στιγμή, όταν περιγράφει τα λίγα μέτρα που διένυσε στην αποβάθρα του Πειραιά, από το τελωνείο μέχρι το πλοίο που θα τον μετέφερε στη Βραζιλία. Είναι ουσιαστικά τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν από μια ολόκληρη προηγούμενη ζωή. Περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια το ταξίδι, το οποίο του έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη. Ωστόσο, το πλέον ενδιαφέρον τμήμα των αναμνήσεών του είναι, κατά τη γνώμη μου, η περίοδος της Βραζιλίας.
Εκεί βλέπουμε έναν νέο άνδρα να μπλέκει σε ένα σωρό απίθανες καταστάσεις και περιπέτειες. Τον κατακλύζει ο νόστος, θαυμάζει τον νέο τόπο αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται παρείσακτος, συναντά παράξενους ανθρώπους και βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με καταστάσεις που δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει προβλέψει.
Σκέφτεσαι αν αυτός ο νέος τελικά έψαχνε για μπελάδες, αλλά καθώς η αφήγηση προχωρά αντιλαμβάνεσαι κάτι διαφορετικό: ότι ένας μετανάστης σε μια μακρινή χώρα χτίζει τη ζωή του από την αρχή, χωρίς σχεδόν καμία σταθερά, και ότι μέσα σε αυτή την προσπάθεια είναι τελικά πολύ πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπος με κάθε είδους περίεργα περιστατικά.
Ιδιαίτερη είναι η ερωτική του περιπέτεια με μια Αυστριακή κοπέλα, την Χίλντα, οδυνηρό το περιστατικό κατά το οποίο του έκλεψαν τις λιγοστές οικονομίες του, ενώ εντυπωσιάζουν οι στιγμές κατά τις οποίες περιγράφει τον εαυτό του να περιπλανιέται σχεδόν σαν υπνοβάτης, χωρίς να βλέπει τι βρίσκεται μπροστά του.
Στο τελευταίο τμήμα των αναμνήσεών του καταγράφει ορισμένες εμπειρίες από τη ζωή του στη θάλασσα, όπου πέρασε μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής του. Παρά τον τίτλο του βιβλίου, πάντως, το μεγαλύτερο μέρος της προσωπικής του αφήγησης αφορά τα χρόνια που προηγήθηκαν της μακράς ναυτικής σταδιοδρομίας του: την παιδική ηλικία, την Αθήνα και κυρίως τη μετανάστευση στη Βραζιλία.
Και εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη ιστορική αξία της μαρτυρίας του. Μέσα από τη διαδρομή ενός ανθρώπου που δεν υπήρξε δημόσιο πρόσωπο βλέπουμε από πολύ κοντά διαφορετικές όψεις της ελληνικής κοινωνικής ιστορίας του 20ού αιώνα: το ορφανοτροφείο, τη φτώχεια και την αναζήτηση εργασίας στην Αθήνα των μεταπολεμικών χρόνων, την οργανωμένη υπερπόντια μετανάστευση, την προσπάθεια προσαρμογής ενός Έλληνα μετανάστη στη Βραζιλία και, τέλος, τον κόσμο του εμπορικού ναυτικού. Η ατομική του περιπέτεια λειτουργεί έτσι και ως μικροϊστορία μιας ολόκληρης εποχής.
Το βιβλίο προλογίζει ο γνωστός ιστορικός του Πειραιά Στέφανος Μίλεσης, ενώ την επιστημονική επιμέλεια έχει ο νέος ιστορικός Μιχάλης Κατσικαρέλης, ο οποίος με τα σχόλιά του παρέχει στον αναγνώστη τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να παρακολουθήσει ευκολότερα τη διήγηση του Κουναδίνη.
Το πλέον εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της έκδοσης, ωστόσο, είναι το πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο συνοδεύει και τεκμηριώνει τα διαφορετικά στάδια της ζωής του Κουναδίνη. Έτσι, μια προσωπική αφήγηση που παρέμενε για δεκαετίες κρυμμένη σε ένα πατάρι αποκτά σήμερα μια δεύτερη ζωή και, ταυτόχρονα, μετατρέπεται σε ένα ενδιαφέρον τεκμήριο της ελληνικής κοινωνικής, μεταναστευτικής και ναυτικής ιστορίας του 20ού αιώνα.
Δείτε επίσης το σημείωμα του κ. Στέφανου Μίλεση: https://pireorama.blogspot.com/.../mantzouranis...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Ο σχολιασμός του αναγνώστη (ενημερωμένου η μη) είναι το καύσιμο για το ιστολόγιο αυτό, έτσι σας προτρέπουμε να μας πείτε την γνώμη σας. Τα σχόλια οφείλουν να είναι κόσμια, εντός θέματος και γραμμένα με Ελληνικούς χαρακτήρες (όχι greeklish και κεφαλαία).
Καλό είναι όποιος θέλει να διατηρεί την ανωνυμία του να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο έτσι ώστε σε περίπτωση διαλόγου, να γίνεται αντιληπτό ποιος είπε τι. Κάθε σχόλιο το οποίο είναι υβριστικό η εμπαθές, θα διαγράφεται αυτομάτως.