Τα «θεοφύλακτα» τείχη της Κωνσταντινούπολης και η Άλωση της 29ης Μαΐου 1453

Γράφει ο Ιωάννης Β. Δασκαρόλης 

Πρόλογος

Ένα από τα ισχυρότερα αμυντικά πλεονεκτήματα που είχε η Κωνσταντινούπολη, ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για περισσότερα από χίλια χρόνια, ήταν τα περίφημα τείχη της. Δεν επρόκειτο απλώς για ένα ψηλό πέτρινο τείχισμα με πολεμίστρες, αλλά για ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο σύστημα οχυρώσεων, το οποίο διαμορφώθηκε, επισκευάστηκε και συμπληρώθηκε από διάφορους αυτοκράτορες μέσα στους αιώνες.

Ο βασικός κορμός των χερσαίων τειχών συνδέεται με τον Θεοδόσιο Β΄, τον επονομαζόμενο Μικρό, κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. Το νέο τείχος περιέκλεισε μια πολύ μεγαλύτερη έκταση της πρωτεύουσας και κατέστησε την Κωνσταντινούπολη μία από τις ασφαλέστερες πόλεις του τότε γνωστού κόσμου. Η ισχύς του αμυντικού αυτού έργου υπήρξε τέτοια, ώστε για αιώνες απέτρεψε ή απέκρουσε επιδρομές, πολιορκίες και απόπειρες κατάληψης από Αβάρους, Άραβες, Ρως, Βουλγάρους και άλλους εχθρούς της αυτοκρατορίας.

Τα τείχη της Πόλης: Ένα πολυεπίπεδο οχυρωματικό σύστημα

Τα λεγόμενα «θεοφύλακτα» τείχη της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα οχυρωματικό σύνολο εξαιρετικής σύλληψης. Αποτελούνταν από διαδοχικές γραμμές άμυνας: την τάφρο, το εξωτερικό ή μικρό τείχος και το εσωτερικό ή μέγα τείχος. Ο επιτιθέμενος δεν είχε να υπερβεί ένα μόνο εμπόδιο, αλλά μια κλιμακωτή αμυντική διάταξη, σχεδιασμένη ώστε να τον φθείρει πριν ακόμη φτάσει στο κύριο τείχος.


Το μέγα τείχος είχε περίπου πέντε μέτρα πάχος και ύψος που έφθανε τα δώδεκα μέτρα. Κατά μήκος του υψώνονταν δεκάδες πύργοι, τετράγωνοι ή οκτάγωνοι, οι οποίοι ενίσχυαν την άμυνα και επέτρεπαν στους υπερασπιστές να πλήττουν πλαγιομετωπικά τους επιτιθέμενους. Από τις επάλξεις και τις πλατφόρμες των πύργων οι αμυνόμενοι μπορούσαν να εκτοξεύουν βέλη, πέτρες, ακόντια και εμπρηστικά υλικά, μετατρέποντας κάθε προσέγγιση του εχθρού σε εξαιρετικά επικίνδυνη επιχείρηση.

Μπροστά από το κύριο τείχος υψωνόταν το μικρό τείχος, το οποίο λειτουργούσε ως προτείχισμα. Ήταν χαμηλότερο και λιγότερο ισχυρό από το μέγα τείχος, αλλά αποτελούσε το πρώτο σοβαρό εμπόδιο για κάθε στρατό που θα επιχειρούσε έφοδο. Την αμυντική διάταξη συμπλήρωνε η βαθιά και πλατιά τάφρος, με χτιστά πρανή και επιμέρους τμήματα, που μπορούσαν κατά περιόδους να συγκρατούν νερό.

Ουσιαστικά, ο πολιορκητής έπρεπε να περάσει πρώτα την τάφρο, ύστερα να εκτεθεί στο μικρό τείχος και μόνο τότε να αντιμετωπίσει το κυρίως θεοδοσιανό τείχος. Σε ορισμένα σημεία, ιδίως προς την περιοχή των Βλαχερνών, η οχύρωση είχε διαφορετική μορφή. Εκεί το τείχος ήταν προϊόν διαδοχικών επεμβάσεων και συμπληρώσεων, καθώς η πόλη επεκτεινόταν και οι αυτοκράτορες προσπαθούσαν να ενισχύσουν τα πιο ευάλωτα σημεία της. Το αποτέλεσμα ήταν ένα αμυντικό σύστημα όχι απολύτως ομοιόμορφο, αλλά εξαιρετικά ανθεκτικό και προσαρμοσμένο στις ανάγκες κάθε εποχής.

Η υλική μορφή των τειχών, με εναλλαγές λίθων και κεραμικών πλίνθων, μαρτυρούσε τη συνέχεια της ρωμαϊκής τεχνικής και αρχιτεκτονικής παράδοσης. Δεν ήταν μόνο στρατιωτικό έργο· ήταν και σύμβολο. Τα τείχη αυτά ενσάρκωναν την ιδέα της αιώνιας πρωτεύουσας, της Νέας Ρώμης, της πόλης που έμοιαζε να προστατεύεται όχι μόνο από ανθρώπινη τέχνη, αλλά και από θεία εύνοια. Γι’ αυτό και η παράδοση τα ονόμασε «θεοφύλακτα».


Η Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1453

Την άνοιξη του 1453 τα τείχη εξακολουθούσαν να στέκουν αγέρωχα, αν και η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν πια η πανίσχυρη πρωτεύουσα των παλαιών αιώνων. Η αυτοκρατορία είχε περιοριστεί δραματικά. Τα οικονομικά της μέσα ήταν ελάχιστα, ο πληθυσμός της πόλης μειωμένος και η πολιτική της θέση απελπιστική. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, είχε καταβάλει μεγάλες προσπάθειες να επισκευάσει τις οχυρώσεις με τα περιορισμένα μέσα που διέθετε. Όμως η πραγματικότητα ήταν σκληρή: απέναντί του βρισκόταν η ανερχόμενη οθωμανική δύναμη του Μωάμεθ Β΄.

Οι υπερασπιστές της Πόλης ήταν λίγοι, περίπου 7.000–8.000 άνδρες συνολικά, Έλληνες και Λατίνοι, Βυζαντινοί, Γενουάτες, Βενετοί και άλλοι εθελοντές. Απέναντί τους οι Οθωμανοί παρέταξαν πολλαπλάσιες δυνάμεις, στρατό δεκάδων χιλιάδων ανδρών, οργανωμένο, αποφασισμένο και υποστηριζόμενο από ένα νέο όπλο που άλλαζε ήδη τη μορφή του πολέμου: το πυροβολικό. Ο Μωάμεθ κατάλαβε ότι, για να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, έπρεπε να νικήσει πρώτα τα τείχη της. Γι’ αυτό και στράφηκε στη συστηματική χρήση μεγάλων πυροβόλων, των λεγόμενων μπομπαρδών.

Το πυροβολικό και ο Ουρβανός

Ιδιαίτερη θέση στην παράδοση της πολιορκίας κατέχει ο Ουρβανός, ένας χριστιανός τεχνίτης από την Ουγγαρία ή την περιοχή της Τρανσυλβανίας, ο οποίος κατασκεύασε για τον σουλτάνο μεγάλα κανόνια ικανά να εκτοξεύουν τεράστια λίθινα βλήματα.

Τα πυροβόλα εκείνης της εποχής ήταν βραδυκίνητα, δύσχρηστα και επικίνδυνα ακόμη και για όσους τα χειρίζονταν. Όμως η ψυχολογική και πρακτική τους επίδραση υπήρξε τεράστια. Για πρώτη φορά, τα περίφημα τείχη της Κωνσταντινούπολης αντιμετώπιζαν συστηματικό βομβαρδισμό από όπλα ικανά να προκαλέσουν πραγματικά ρήγματα στην άμυνά τους.


Το Μεσοτείχιον και η Πύλη του Αγίου Ρωμανού - Η τελική επίθεση της 29ης Μαΐου

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, το κύριο βάρος του οθωμανικού βομβαρδισμού έπεσε στην περιοχή της Πύλης του Αγίου Ρωμανού και στο Μεσοτείχιον, στο πιο ευάλωτο περίπου σημείο των χερσαίων τειχών. Εκεί οι συνεχείς βολές δημιούργησαν ρήγματα και σοβαρές ζημιές.

Οι αμυνόμενοι, μαζί με τους κατοίκους της πόλης, προσπαθούσαν κάθε νύχτα να επισκευάσουν όπως μπορούσαν τα κατεστραμμένα σημεία, σωριάζοντας ξύλα, χώματα, πέτρες, βαρέλια και κάθε διαθέσιμο υλικό. Ό,τι γκρέμιζαν την ημέρα τα κανόνια, οι υπερασπιστές προσπαθούσαν να το ξαναστήσουν μέσα στη νύχτα.

Η τελική επίθεση εκδηλώθηκε τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου 1453. Ύστερα από αλλεπάλληλα κύματα επιθέσεων, οι Οθωμανοί κατάφεραν να εισχωρήσουν στην πόλη από τα πληγωμένα τείχη.

Στην περιοχή εκείνη, μέσα στη σύγχυση της τελευταίας μάχης, έπεσε και ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο θάνατός του επισφράγισε όχι μόνο την πτώση μιας πόλης, αλλά το τέλος μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής.

Το τέλος ενός κόσμου

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από έναν παράγοντα. Συνδυάστηκαν η αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών, η πολιτική και οικονομική εξάντληση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η ανεπαρκής βοήθεια από τη Δύση και η αποφασιστικότητα του Μωάμεθ Β΄.

Όμως το πρώιμο πυροβολικό υπήρξε καθοριστικό. Τα τείχη που επί αιώνες είχαν θεωρηθεί σχεδόν απόρθητα βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια νέα πολεμική τεχνολογία, η οποία μπορούσε να τα φθείρει συστηματικά και να ακυρώσει, σταδιακά, το παλαιό αμυντικό τους πλεονέκτημα.

Τα «θεοφύλακτα» τείχη της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν απλώς πέτρες, πύργοι και πλίνθοι. Ήταν η υλική μορφή μιας αυτοκρατορικής βεβαιότητας. Για αιώνες έλεγαν στους εχθρούς της Πόλης ότι η Κωνσταντινούπολη δεν κατακτάται. Την άνοιξη του 1453, όμως, απέναντι στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και στους λιγοστούς υπερασπιστές του, ο Μωάμεθ έφερε μαζί του τη νέα εποχή του πολέμου.

Στις 29 Μαΐου 1453 δεν έπεσαν μόνο τα τείχη. Έπεσε ένας κόσμος που ως τότε πίστευε ότι τα τείχη του ήταν αιώνια.

Πηγές

ΒακαλόπουλοςΑπόστολος , Νέος Ελληνισμός - οι ρίζες η καταγωγή των Ελλήνων και η διαμόρφωση του Έθνους (1204 μ.Χ. μέσα 15ου αιώνα), Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2008.

Κάπαρης Σπύρος , Το τέλος των "θεοφύλακτων τειχών" της Βασιλεύουσας, Περισκόπιο

Μπάρμπαρο Νίκολο , Το Χρονικό της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης, Λιβάνης, Aθηνα 1993.

Steven Runciman, Η άλωση της Κωνσταντινούπολης, Παπαδήμας, Αθήνα 2010.

Σχόλια

"Encompass worlds but do not try to encompass me..."

Walt Whitmann

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας