Οι διαπραγματεύσεις και η υπογραφή της συνθήκης της Βεστφαλίας
γράφει η  ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ
Ο Τριακονταετής Πόλεμος άρχισε στη Βοημία όπου η πλειονότητα των κατοίκων της ήταν λουθηρανοί και καλβινιστές. H ανάρρηση στον θρόνο του βασιλείου της Βοημίας του φανατικού οπαδού της Αντιμεταρρύθμισης Φερδινάνδου των Αψβούργων το 1618, ένα χρόνο δηλαδή προτού στεφθεί αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως Φερδινάνδος B', τρόμαξε τους προτεστάντες. Ετσι στις 23 Μαΐου 1618 μια ομάδα από δυσαρεστημένους προτεστάντες ευγενείς με επικεφαλής τον Χάινριχ Ματίας, κόμητα Φον Τουρν, εισέβαλε στα βασιλικά ανάκτορα της Πράγας και πέταξε από το παράθυρο δύο ρωμαιοκαθολικούς αξιωματούχους, οι οποίοι ωστόσο όχι μόνο δεν σκοτώθηκαν αλλά ούτε καν τραυματίστηκαν, επειδή, κατά την εκδοχή των προτεσταντών, «προσγειώθηκαν πάνω σε έναν σωρό κοπριά» ή, κατά την εκδοχή των ρωμαιοκαθολικών, «η Παναγία εισάκουσε τις προσευχές τους και έστειλε αγγέλους που τους απίθωσαν απαλά στη γη».


Οι στασιαστές πήραν γρήγορα υπό τον έλεγχό τους τη Βοημία με τη βοήθεια της Τρανσυλβανίας, εξέλεξαν βασιλιά τον καλβινιστή εκλέκτορα του Παλατινάτου Φρειδερίκο E', ηγέτη της Ευαγγελικής Ενωσης, και ετοιμάστηκαν να επιτεθούν εναντίον της Βιέννης. Ο Φερδινάνδος B' δεν είχε ούτε χρήματα ούτε τον απαραίτητο στρατό. Ζήτησε λοιπόν βοήθεια από τον Μαξιμιλιανό της Βαυαρίας και από τον εξάδελφό του Φίλιππο Δ', βασιλιά της Ισπανίας. Ο Φίλιππος Δ' είχε και ο ίδιος συμφέρον να παταχθούν οι προτεστάντες ώστε να μπορέσει να επιβληθεί ξανά στις επαναστατημένες Κάτω Χώρες, δεδομένου ότι η δωδεκαετής ανακωχή που είχε συναφθεί ανάμεσα σε αυτές και στην Ισπανία το 1609 πλησίαζε στο τέλος της.

Ο πόλεμος εξαπλώνεται

Με αυτούς τους δύο συμμάχους ο Φερδινάνδος κατάφερε να κατατροπώσει τους στασιαστές στη μάχη του Λευκού Ορους έξω από την Πράγα στις 7/8 Νοεμβρίου 1620 και να αποκαταστήσει στη Βοημία τον ρωμαιοκαθολικισμό και την αυτοκρατορική εξουσία με τον πλέον βίαιο τρόπο: εκτέλεσε 27 αρχηγούς, δήμευσε τις περιουσίες τους και τις έδωσε σε άλλους, πιο πιστούς στην αυτοκρατορική εξουσία, εξανάγκασε σε εξορία 130.000 Τσέχους και κατάργησε όλους τους θεσμούς αυτοδιοίκησης.
Γύρω στο 1623, μετά τη μάχη του Στάτλον, ο Φερδινάνδος B' και οι ρωμαιοκαθολικοί σύμμαχοί του κατέλαβαν και το Παλατινάτο του Φρειδερίκου E'. Ο αυτοκράτορας έδωσε το Ανω Παλατινάτο στον Μαξιμιλιανό και το Παραρρήνιο Παλατινάτο στους Ισπανούς, γεγονός που διευκόλυνε αφάνταστα τον Φίλιππο Δ' να αρχίσει τις εχθροπραξίες εναντίον των Ενωμένων Επαρχιών των Κάτω Χωρών. Αλλά αν ο Φερδινάνδος B' και οι ρωμαιοκαθολικοί σύμμαχοί του επικράτησαν πλήρως στη Νότια Γερμανία, στον Βορρά οι προτεστάντες ηγεμόνες προσπάθησαν να ανακόψουν την ορμή των Αψβούργων συνάπτοντας συμμαχίες και με χώρες εκτός της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο αυτοκράτορας τότε κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να βασίζεται μόνο στους συμμάχους του. Ετσι αποφάσισε να δεχτεί την πρόταση του Αλμπρεχτ φον Βάλενσταϊν να συγκροτήσει έναν αυτοκρατορικό στρατό, πράγμα που είχε να δει η Αυτοκρατορία από την εποχή του Μεσαίωνα. Γεννημένος λουθηρανός, ο Βάλενσταϊν έγινε ρωμαιοκαθολικός για να πετύχει την εύνοια του αυτοκράτορα. Σίγουρα η θρησκεία ήταν το τελευταίο πράγμα που απασχολούσε τον Βάλενσταϊν. Αριστος στρατιωτικός αλλά υπέρμετρα φιλόδοξος, ο Βάλενσταϊν προσέφερε τις υπηρεσίες του στον αυτοκράτορα, ζητώντας ωστόσο για κάθε επιτυχία του αδρή αμοιβή. Κερδίζοντας όλο και περισσότερη εξουσία ο Βάλενσταϊν άρχισε να γίνεται επικίνδυνος για την ίδια την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αρχίζοντας μυστικές διαπραγματεύσεις με τους Γάλλους πίσω από την πλάτη του αυτοκράτορα. Ο Φερδινάνδος B', μη βρίσκοντας καλύτερο τρόπο για να απαλλαγεί από τον Βάλενσταϊν και τις δολοπλοκίες του, έβαλε να τον δολοφονήσουν το 1634.
 
H χειρότερη επιλογή

Ωστόσο, προτού παρασυρθεί από την υπέρμετρη φιλοδοξία του και γίνει αντιπαθής στον αυτοκράτορα, ο Βάλενσταϊν είχε καταφέρει να αλλάξει την πορεία του πολέμου καθιστώντας νικηφόρα τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Από θέση ισχύος πλέον ο Φερδινάνδος B' είχε δύο επιλογές: είτε να δεχτεί τη συμβουλή του Βάλενσταϊν και να χρησιμοποιήσει τη μεγάλη πλέον δύναμή του για να καταστήσει τη Γερμανία περισσότερο συγκεντρωτική είτε να ικανοποιήσει την απαίτηση των ρωμαιοκαθολικών να αποδοθούν στην Εκκλησία οι εδαφικές εκτάσεις οι οποίες είχαν παραχωρηθεί στους προτεστάντες με τη Συνθήκη του Αουγκσμπουργκ το 1555. Αν διάλεγε το πρώτο, θα δυσαρεστούσε τους καθολικούς ηγεμόνες οι οποίοι από τη μια δεν ήθελαν τους προτεστάντες αλλά από την άλλη δεν ήθελαν να αυξηθεί η εξουσία του αυτοκράτορα και να μειωθούν τα δικά τους προνόμια αυτονομίας και αυτοδιοίκησης.

Αν επέλεγε να επιστρέψει στην Εκκλησία τα εκκοσμικευμένα εδάφη των μονών που είχαν περιέλθει στους προτεστάντες, ήταν βέβαιο ότι θα τρομοκρατούσε τους εναπομείναντες πιστούς στην Αυτοκρατορία προτεστάντες ηγεμόνες. Ο δισταγμός του Φερδινάνδου B' δεν διήρκεσε πολύ. Ως φανατικός ρωμαιοκαθολικός και οπαδός της Αντιμεταρρύθμισης, ο αυτοκράτορας προτίμησε να τα βάλει με τους προτεστάντες. H επιλογή αυτή ήταν η χειρότερη που θα μπορούσε να κάνει διότι ουσιαστικά η σύγκρουση ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών μόνο φαινομενικά ήταν μια σύγκρουση θρησκειών. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για σύγκρουση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στην κεντρική εξουσία του αυτοκράτορα.
 
Πρόοδος και αναχρονισμός

Οι περισσότεροι ιστορικοί ερμηνεύουν τον Τριακονταετή Πόλεμο όχι ως αποτέλεσμα μιας θρησκευτικής αντιπαλότητας αλλά ως σύγκρουση δύο τρόπων ζωής. Τον έναν τον χαρακτήριζαν ο προτεσταντισμός, οι ελεύθεροι θεσμοί, η πνευματική αναζήτηση, η ανεξιθρησκία και η ιδιωτική επιχείρηση της μεσαίας αστικής τάξης. Τον άλλον η Αντιμεταρρύθμιση, η συγκεντρωτική απολυταρχία, η Ιερή Εξέταση, ο σκοταδισμός, οι διωγμοί των αιρετικών και ο εγκλωβισμός των αγροτών στα φέουδα των ευγενών. H προσπάθεια του Φερδινάνδου B' να αναστρέψει τον ρου της ιστορίας και να επιβάλει στα κράτη-μέλη της Αυτοκρατορίας του την Αντιμεταρρύθμιση με σκοπό την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας και σε τελική ανάλυση τη δημιουργία ενός γιγάντιου ενιαίου κράτους βρήκε ενάντιους όχι μόνο τους προτεστάντες γερμανούς ηγεμόνες αλλά σύσσωμη την Ευρώπη, από τη Ρωσία ως την Αγγλία.

Νίκες και ήττες

Πρώτοι ξεσηκώθηκαν οι Δανοί (1625-1629). Ο βασιλιάς της Δανίας Χριστιανός Δ', φοβούμενος ότι η ανεξαρτησία του προτεσταντικού κράτους του απειλείται, αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τις ευλογίες του καρδιναλίου Ρισελιέ και τη χρηματοδότηση του στρατού του από τη Γαλλία. Αλλά η εκστρατεία των Δανών απέτυχε παταγωδώς και ένα μεγάλο μέρος της δανικής επικράτειας πέρασε στην κατοχή των ρωμαιοκαθολικών.

Αν όμως οι Δανοί νικήθηκαν εύκολα, η εκστρατεία των Σουηδών (1630-1635) εναντίον και των δύο συνασπισμένων κλάδων των Αψβούργων ήταν πιο επιτυχημένη. Στις 4 Ιουλίου 1630 ο βασιλιάς της Σουηδίας Γουσταύος B' Αδόλφος μπήκε στη Γερμανία με έναν καλογυμνασμένο και πειθαρχημένο στρατό. Για την εποχή του ο Γουσταύος Αδόλφος υπήρξε πρωτοπόρος στην οργάνωση του στρατεύματος. Ενώ ως τότε οι περισσότεροι αρχηγοί κρατών στηρίζονταν σε μισθοφορικούς στρατούς, ο βασιλιάς της Σουηδίας είχε συγκροτήσει έναν εθνικό στρατό με υψηλό ηθικό φρόνημα. Αντίθετα από τους μισθοφόρους, που είχαν καταντήσει πραγματική πληγή για την Ευρώπη της εποχής εκείνης, οι σουηδοί στρατιώτες δεν λαφυραγωγούσαν, δεν βίαζαν, δεν έσφαζαν αμάχους, δεν έκαιγαν σπίτια. Οι επιτυχίες του σουηδικού στρατού, εκτός από την πειθαρχία, οφείλονταν επίσης στον προοδευμένο πολεμικό εξοπλισμό του και στην άριστη στρατηγική διάταξή του στις μάχες.

Ωστόσο, παρ' όλο που ο Γουσταύος Αδόλφος ήταν ένας χαρισματικός βασιλιάς και άριστος στρατηγός, δεν είχε τα απαιτούμενα χρήματα για μια τέτοια εκστρατεία. H Σουηδία ήταν φτωχή χώρα. Γι' αυτό, όταν οι Γάλλοι προσφέρθηκαν να τον χρηματοδοτήσουν, ο Γουσταύος Αδόλφος δέχτηκε, αλλά με την προϋπόθεση ότι θα είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων. H εισβολή των Σουηδών στη Γερμανία άλλαξε εντελώς την κατάσταση στην Αυτοκρατορία. Μετά τη μεγάλη νίκη των Σουηδών στο Μπράιτενφελντ το 1631 ο Φερδινάνδος B' αναγκάστηκε να καταφύγει πάλι στις υπηρεσίες του Βάλενσταϊν, παρ' όλο που τον είχε καθαιρέσει από αρχηγό του αυτοκρατορικού στρατού. Στη μάχη του Λύτσεν οι Σουηδοί νίκησαν τον στρατό του Βάλενσταϊν αλλά πλήρωσαν τη νίκη με τη ζωή του βασιλιά τους.

H Γαλλία στον πόλεμο

Ο θάνατος του Γουσταύου Αδόλφου αναπτέρωσε τις ελπίδες των ρωμαιοκαθολικών. Αλλά η Γαλλία, θορυβημένη από τη σύμπραξη των δύο κλάδων της οικογενείας των Αψβούργων, αποφάσισε να επέμβει ανοιχτά. Ως τότε η Γαλλία είχε αναμειχθεί στον πόλεμο χρηματοδοτώντας στρατιωτικές επιχειρήσεις άλλων εναντίον των Αψβούργων, παρέχοντας διπλωματικές συμβουλές, εξυφαίνοντας ίντριγκες ή ενθαρρύνοντας εξεγέρσεις εναντίον των κρατούντων, όπως οι επαναστάσεις της Πορτογαλίας και της Καταλονίας.

Παρ' όλο που ήταν ρωμαιοκαθολική και είχε πρωθυπουργό έναν καρδινάλιο, τον Ρισελιέ, η Γαλλία το 1635 συνάπτοντας συμμαχίες με προτεσταντικά κράτη κήρυξε τον πόλεμο στην Ισπανία, γεγονός που ανάγκασε τον αυτοκράτορα να κηρύξει και αυτός τον πόλεμο στη Γαλλία. Ο Ρισελιέ υπέγραψε σύμφωνο συμμαχίας με τον Οξενστιέρνα, τον πρωθυπουργό της Σουηδίας - ο οποίος μετά τον θάνατο του Γουσταύου Αδόλφου κυβερνούσε τη χώρα εν ονόματι της ανήλικης βασίλισσας Χριστίνας -, και με τον Φρειδερίκο Ερρίκο, πρίγκιπα της Οράγγης και κυβερνήτη των Ενωμένων Επαρχιών των Κάτω Χωρών. Παράλληλα στο πλευρό της Γαλλίας τάχθηκαν η Τρανσυλβανία, η Αγγλία, η Ρωσία καθώς και ο βασιλιάς της Σαβοΐας και η Δημοκρατία της Βενετίας στην Ιταλία.

Οι θρησκευτικές διαφορές μπήκαν σε δεύτερη μοίρα. Ουσιαστικά ο πόλεμος τώρα αναζωπύρωνε την παλιά αντιπαλότητα μεταξύ των βασιλέων της Γαλλίας και των Αψβούργων. Ο Λουδοβίκος ΙΓ' και ο καρδινάλιος Ρισελιέ ήξεραν ότι, αν οι Αψβούργοι επικρατούσαν, η Γαλλία θα παρέμενε φυλακισμένη στα σύνορά της χάνοντας τις διεξόδους της προς την άλλη Ευρώπη.
 
Χωριστές διαπραγματεύσεις

Ο Φερδινάνδος B', του οποίου οι πολιτικοί χειρισμοί οδήγησαν στον Τριακονταετή Πόλεμο, πέθανε το 1637 και αυτοκράτορας εξελέγη ο γιoς του Φερδινάνδος Γ'. Περισσότερο ευέλικτος ή, κατά άλλους, λιγότερο ηρωικός από τον πατέρα του, ο Φερδινάνδος Γ' δέχτηκε με ανακούφιση να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη. Στο μεταξύ το 1642 πέθανε ο Ρισελιέ και τη θέση του πήρε ο καρδινάλιος Μαζαρίνος, ο οποίος αποδείχτηκε δεινός διαπραγματευτής για τα συμφέροντα της Γαλλίας.

Οι εργασίες του συνεδρίου για τον τερματισμό του πολέμου άρχισαν το 1644 σε δύο διαφορετικές πόλεις της Βεστφαλίας, το Μύνστερ και το Οσναμπρυκ, σε απόσταση 55 χιλιομέτρων η μία από την άλλη. Στο Μύνστερ συναντήθηκαν οι εκπρόσωποι της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Γαλλίας και στο Οσναμπρυκ οι εκπρόσωποι της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Σουηδίας. Το συνέδριο στο Μύνστερ άνοιξε επίσημα τις εργασίες του στις 4 Δεκεμβρίου 1644 αλλά οι συζητήσεις συνεχίστηκαν επί τέσσερα περίπου χρόνια, με την κάθε πλευρά να προσπαθεί να καρπωθεί οφέλη από τον πόλεμο που συνεχιζόταν.

Στη Βεστφαλία ήταν παρόντα όλα τα κράτη της Ευρώπης, εκτός από τη Βρετανία, την Πολωνία, τη Ρωσία και την Τουρκία. Επίσης δεν υπήρχε θέμα διαπραγματεύσεων μεταξύ Ισπανίας και Γαλλίας εφόσον ο πόλεμος μεταξύ τους συνεχιζόταν και θα τερματιζόταν μόνο με τη Συνθήκη των Πυρηναίων τον Νοέμβριο του 1659. Ωστόσο η Ισπανία στο Μύνστερ υπέγραψε τον Ιανουάριο του 1648 Συνθήκη με τις Κάτω Χώρες αναγνωρίζοντας την ανεξαρτησία της νέας δημοκρατίας και την απόσχισή της από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
H κυρίως Συνθήκη της Βεστφαλίας υπογράφτηκε στο Μύνστερ στις 24 Οκτωβρίου 1648.
Ως προς τα θρησκευτικά θέματα, αυτά διευθετήθηκαν με τη σαφή παραδοχή της αρχής του «cuius regio, eius religio» που εκτός από τον λουθηρανισμό επεκτάθηκε και στον καλβινισμό, παρά τις διαμαρτυρίες του πάπα Ιννοκεντίου I' ο οποίος δεν αναγνώρισε ποτέ τη Συνθήκη της Βεστφαλίας.
 
H καινούργια Ευρώπη
H μεγάλη κερδισμένη της Συνθήκης της Βεστφαλίας ήταν η Γαλλία, η οποία πήρε πλέον τη θέση της Ισπανίας ως η μεγαλύτερη δύναμη της Ευρώπης. Με τη Σουηδία στο πλευρό της η Γαλλία εμπόδισε τις προσπάθειες των Αψβούργων να ενισχύσουν την εξουσία τους στην Αυτοκρατορία. Στη Βεστφαλία το δικαίωμα των κρατών-μελών της Αυτοκρατορίας να κηρύσσουν πολέμους και να συνάπτουν συμμαχίες εντός της Αυτοκρατορίας ή εκτός αυτής αναγνωρίστηκε. Θεωρητικά αλλά και ουσιαστικά τα κυριότερα από αυτά τα κράτη έγιναν πραγματικά αυτόνομα. H Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ακρωτηριάστηκε χάνοντας την Ελβετία η οποία κέρδισε την ανεξαρτησία της. H Ισπανία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία των Κάτω Χωρών βάζοντας τέλος στον 80ετή πόλεμό της μαζί τους.

Οι όροι για τον εδαφικό διακανονισμό ήταν φυσικά πολύ ευνοϊκοί για τους νικητές, σε βάρος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Χάρη στη διαπραγματευτική δεξιότητα του Μαζαρίνου η Γαλλία κέρδισε τα επισκοπάτα Μετς, Τουλ, Βερντέν, το Φίλιπσμπουργκ και το Μπράιζαχ στην ανατολική πλευρά του Ρήνου, το Πινερόλο στο Πεδεμόντιο της Ιταλίας και εξασφάλισε τα δικαιώματά της στην Αλσατία. H Σουηδία προσάρτησε τη δυτική Πομερανία, τα επισκοπάτα του Βίσμαρ και της Βρέμης καθώς και τον έλεγχο των εκβολών των ποταμών Οντερ, Ελβα και Βέζερ, θέτοντας έτσι υπό τον έλεγχό της το εμπόριο στη Βαλτική και στη Βόρεια Θάλασσα.

Με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας αναδύθηκαν τρεις μεγάλες δυνάμεις: η Γαλλία, η Σουηδία και οι Κάτω Χώρες. Το Εκλεκτοράτο του Βραδεμβούργου, από τα μεγαλύτερα γερμανικά κράτη - σύμμαχος και αυτό της Γαλλίας -, κατόρθωσε να του αναγνωριστεί η κυριαρχία επί της ανατολικής Πομερανίας και τα δικαιώματά του στη διαδοχή της αρχιεπισκοπής του Μαγδεμβούργου. Στον άλλο σύμμαχο της Γαλλίας, τον Εκλέκτορα της Βαυαρίας, περιήλθε το Ανω Παλατινάτο ενώ το Κάτω (Παραρρήνιο) Παλατινάτο δόθηκε στον γιο του πρώην Εκλέκτορα ολόκληρου του Παλατινάτου Φρειδερίκο E', επίσης σύμμαχο των Γάλλων.

Με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξασθένησε ακόμη περισσότερο με την de facto διαίρεσή της σε 300 και πλέον κυρίαρχα κράτη. Ορίστηκε εξάλλου ότι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε στο εξής να επιβάλλει φόρους, να στρατολογεί άνδρες, να κηρύσσει πολέμους ή να συνάπτει συνθήκες ειρήνης χωρίς την έγκριση των κρατών που συνέθεταν την Αυτοκρατορία.
Ως εγγυήτριες δυνάμεις της τήρησης της συνθήκης, η Γαλλία και η Σουηδία εξασφάλισαν το δικαίωμα να συμμετέχουν και να ψηφίζουν στην Αυτοκρατορική Δίαιτα. Ωστόσο όλες αυτές τις υποχωρήσεις οι Αψβούργοι τις έκαναν από την Αυτοκρατορία, όχι από την Αψβουργιανή Μοναρχία η οποία έχασε μόνο το Μπράιζαχ και τις αόριστες διεκδικήσεις της επί της Αλσατίας.

Ουσιαστικά ο πραγματικά χαμένος του Τριακονταετούς Πολέμου ήταν ο γερμανικός λαός. Περισσότεροι από 300.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν στις μάχες. Εκατομμύρια άμαχοι πέθαναν από την πείνα και τις ασθένειες καθώς τα υπολείμματα των μισθοφορικών στρατών περιπλανιόνταν επί χρόνια στα γερμανικά εδάφη κλέβοντας, καίγοντας, βιάζοντας. Οι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο πληθυσμός της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τα 21 εκατομμύρια που είχε το 1618 έπεσε στα 13,5 εκατομμύρια. Εστω και αν σε αυτά τα στοιχεία υπάρχει κάποια δόση υπερβολής, ο Τριακονταετής Πόλεμος ήταν πάντως ένας από τους χειρότερους πολέμους που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη.
H Συνθήκη της Βεστφαλίας ωστόσο σηματοδοτεί το τέλος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Εθνους ως ουσιαστικού θεσμού και εγκαινιάζει το σύγχρονο ευρωπαϊκό κρατικό σύστημα.

Πηγή

http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=153306
 
Top